Ομιλία στο Σεμινάριο της ΔΑΠ-ΝΔΦΚ Πανεπιστημίου Πειραιά με θέμα “Ανάταξη και Ανάπτυξη...

Ομιλία στο Σεμινάριο της ΔΑΠ-ΝΔΦΚ Πανεπιστημίου Πειραιά με θέμα “Ανάταξη και Ανάπτυξη Ελληνικής Οικονομίας”

Φίλες και φίλοι,

Θα ήθελα να ευχαριστήσω τη ΔΑΠ – ΝΔΦΚ του Πανεπιστημίου Πειραιά για την πρόσκληση που μου απηύθυνε να παραστώ στο σημερινό Σεμινάριο και να καταθέσω ορισμένες σκέψεις για την πορεία της Ελληνικής Οικονομίας και τις προτάσεις της Αξιωματικής Αντιπολίτευσης ώστε η χώρα, όχι μόνο να απεμπλακεί από τους όρους του «Μνημονίου», αλλά να βγει, όσο γίνεται ταχύτερα, και από την οικονομική κρίση.

Να επανέλθει σε τροχιά ανάπτυξης, αναθεωρώντας όμως το στρεβλό αναπτυξιακό της υπόδειγμα.

Ένα στρεβλό μοντέλο που δεν αξιοποιούσε επαρκώς και αποτελεσματικά τα συγκριτικά πλεονεκτήματα της εγχώριας οικονομίας.

Που κατανάλωνε περισσότερα απ’ όσα παρήγαγε.

Που κάλυπτε την απουσία ανταγωνιστικότητας της εγχώριας οικονομίας μέσω της αναδιανομής δανεικών, διογκώνοντας και συντηρώντας διαχρονικά σε υψηλά επίπεδα το δημόσιο χρέος.

Φίλες και φίλοι,

Είναι αδιαμφισβήτητο γεγονός πως τα δημοσιονομικά προβλήματα της Ελλάδας είναι χρόνια και έχουν τις ρίζες τους στις προηγούμενες δεκαετίες, όπως, άλλωστε, πρόσφατα δήλωσε και ο Πρόεδρος του Eurogroup.

Τη δεκαετία του 1980, αναπτύχθηκαν έντονες δημοσιονομικές ανισορροπίες και ακολουθήθηκε μια επεκτατική πολιτική με αποτέλεσμα την εκρηκτική διόγκωση του δημοσίου χρέους.

Αυτές οι δημοσιονομικές επιλογές εκείνης της περιόδου επιβάρυναν και επιβαρύνουν, ακόμη και σήμερα, την Ελληνική οικονομία.

Η άνοδος του χρέους της Γενικής Κυβέρνησης, κατά τη διάρκεια αυτής της δεκαετίας, οφειλόταν, κυρίως, στα υψηλά πρωτογενή δημοσιονομικά ελλείμματα.

Είναι χαρακτηριστικό το γεγονός ότι, σε αυτή τη δεκαετία, το έλλειμμα της Γενικής Κυβέρνησης ήταν, κατά μέσο όρο, 12,9% του Α.Ε.Π., κάτι που ποτέ προηγουμένως δεν είχε συμβεί στην Ελλάδα, για τόσο μεγάλο διάστημα και που, φυσικά, δεν έχει επαναληφθεί έκτοτε.

Αυτά τα τεράστια δημοσιονομικά ελλείμματα οδήγησαν στην έκρηξη του δημοσίου χρέους, από το 23% το 1980 στο 71% το 1990.

Έτσι, ενώ στις αρχές της δεκαετίας, η Ελλάδα ήταν η λιγότερο χρεωμένη χώρα της σημερινής Ευρωζώνης, στο τέλος της, μετά από δύο υποτιμήσεις της δραχμής, μετά από μια διετία ασφυκτικής λιτότητας, και αφού η χώρα απορρόφησε τα Κοινοτικά Μεσογειακά Προγράμματα, βρέθηκε με τριπλάσιο χρέος.

Αυτό, είχε ως αποτέλεσμα οι δαπάνες για τόκους του δημοσίου χρέους να αποκτήσουν τη δική τους δυναμική και να αυξηθούν, από το 2% του Α.Ε.Π. το 1980, στο 10% του ΑΕΠ το 1990 (δεδομένου, μάλιστα, ότι το 1990 ένα μεγάλο μέρος του δημοσίου χρέους ήταν αφανές και μη εξυπηρετούμενο, τα επίσημα στοιχεία υποεκτιμούν το κόστος εξυπηρέτησής του).

Από το 1990, ξεκίνησε μια συστηματική προσπάθεια αντιμετώπισης των ανισορροπιών και στρεβλώσεων της Ελληνικής οικονομίας.

Η Ελλάδα υιοθέτησε ένα πρόγραμμα αντιμετώπισης των δημοσιονομικών ελλειμμάτων με στόχο την ονομαστική σύγκλιση, εγκατέλειψε την πολιτική της συστηματικής διολίσθησης του νομίσματος και έκανε κάποια βήματα απελευθέρωσης της οικονομίας.

Όμως, κατά τη δεκαετία του 1980 είχε σημειωθεί και μια εκρηκτική αύξηση στα χρέη των δημοσίων επιχειρήσεων και οργανισμών και των αγροτικών συνεταιρισμών.

Τα χρέη αυτά εντάχθηκαν στο επίσημο δημόσιο χρέος μεταγενέστερα, στις αρχές της δεκαετίας του 1990.

Χαρακτηριστικά αναφέρεται ότι οι εγγυήσεις του Δημοσίου για δάνεια από ιδιωτικές και δημόσιες επιχειρήσεις και οργανισμούς Τοπικής Αυτοδιοίκησης ανήλθαν το 1989 στο 32% του Α.Ε.Π.

Τα επόμενα 3 χρόνια, περίπου, οι μισές – από αδυναμία εξυπηρέτησής τους – κατέπεσαν εκτοξεύοντας το χρέος στο 110% του Α.Ε.Π.

Μετά την περίοδο 1990-1993, το ποσοστό του δημοσίου χρέους ως προς το Α.Ε.Π. σταθεροποιήθηκε.

Αφενός, ο κύριος όγκος των «αφανών» χρεών της δεκαετίας του 1980 ενσωματώθηκε στο επίσημο χρέος μέχρι το 1993 και αφετέρου είχαν δημιουργηθεί τα πρώτα πρωτογενή πλεονάσματα (από πρωτογενές έλλειμμα της τάξεως του 5,6% του Α.Ε.Π. το 1989). 

Αυτά, όμως, τα πρωτογενή πλεονάσματα, που είχαν δημιουργηθεί στη δεκαετία της ονομαστικής σύγκλισης, άρχισαν σταδιακά να περιορίζονται, και το 2003 η Ελλάδα είχε και πάλι πρωτογενές έλλειμμα, με αποτέλεσμα τη διεύρυνση των δανειακών αναγκών της Γενικής Κυβέρνησης.

Στη συνέχεια, οι κυβερνήσεις της Νέας Δημοκρατίας, παρόλο που καθυστέρησαν σε ορισμένες περιπτώσεις να προβούν στις απαραίτητες διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις (αυτοκριτική) κατάφεραν να μειώσουν το χρέος ως ποσοστό του Α.Ε.Π., μέχρι το ξέσπασμα της διεθνούς κρίσης.

Με το ξέσπασμα της κρίσης τα ελλείμματα πράγματι διευρύνθηκαν, όπως έγινε και στις υπόλοιπες ευρωπαϊκές οικονομίες.

Συγκεκριμένα, το δημοσιονομικό έλλειμμα και το δημόσιο χρέος των κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης, κατά μέσο όρο και πριν την τελευταία αναθεώρηση, αυξήθηκε, κατά 6% του ΑΕΠ και κατά 15% του ΑΕΠ αντιστοίχως την περίοδο 2007 – 2009.

Ωστόσο, φίλες και φίλοι

Η νέα Κυβέρνηση του ΠΑ.ΣΟ.Κ., αφού επί μήνες διαχειρίστηκε, με επικοινωνιακή λογική, το πρόβλημα ελλείμματος και χρέους της Ελληνικής Οικονομίας, πρόβλημα κοινό σε πολλές άλλες Ευρωπαϊκές χώρες, οδήγησε τη χώρα σε οξύτατη κρίση δανεισμού.

Κρίση δανεισμού, που ήταν αποτέλεσμα συγκεκριμένων κυβερνητικών επιλογών που αποτυπώθηκαν στην πορεία των spreads, τα οποία από τις 130 μ.β. τον Οκτώβριο ξεπέρασαν τις 1000 μ.β. στις αρχές Μαΐου.

Συγκεκριμένων πολιτικών αποφάσεων, καθώς η Κυβέρνηση:

  • «Φούσκωσε», με χρήση «δημιουργικής λογιστικής», το δημοσιονομικό έλλειμμα της χώρας για το 2009.
  • Προχώρησε στην υποβολή και ψήφιση Προϋπολογισμού που ήταν κατώτερος των περιστάσεων.
  • Κατέθεσε Πρόγραμμα Σταθερότητας και Ανάπτυξης, το οποίο ενσωμάτωνε, όπως αποδεικνύεται εκ των υστέρων με τα «πακέτα» μέτρων, μη υλοποιήσιμους στόχους.
  • Έστελνε λανθασμένα και αντιφατικά μηνύματα στις αγορές. Αυτές άρχισαν να μας «τιμωρούν» όταν διαπίστωσαν ότι η Κυβέρνηση αναλώνεται σε διακηρύξεις και επιδίδεται σε φλυαρία χωρίς να προωθεί μέτρα για την αντιμετώπιση της κρίσης.
  • Αναφέρονταν απαξιωτικά για τη χώρα, το κύρος και την αξιοπιστία της, με δυσμενείς επιπτώσεις για την δανειοληπτική της ικανότητα.
  • Υπέπεσε σε σωρεία παλινωδιών, δείγμα ελλείμματος πολιτικής αξιοπιστίας.
  • Άργησε να πάρει μέτρα. Αν τα μέτρα είχαν ληφθεί νωρίτερα, θα ήταν πολύ ηπιότερα και ισοδυνάμου οικονομικού αποτελέσματος. Είναι κάτι που υπογράμμισε ο Διοικητής της ΕΚΤ, κ. Τρισέ, τονίζοντας πως η Κυβέρνηση «άργησε πάρα πολύ να αναγνωρίσει την έκταση του προβλήματος και να λάβει τα αναγκαία μέτρα» (15.05.2010).
  • Καθυστέρησε, και κατέθεσε χωρίς ουσιαστική διαβούλευση, κρίσιμα νομοσχέδια, όπως είναι το φορολογικό.
  • Τα μέτρα που έλαβε είναι σκληρά και άδικα. Ενδεικτικά, με τις διαδοχικές αυξήσεις του Ε.Φ.Κ. στην αμόλυβδη βενζίνη η Ελλάδα κατέστη η ακριβότερη χώρα στην Ευρώπη από 20η τον προηγούμενο Οκτώβριο.
  • Το μίγμα των μέτρων είναι οικονομικά αναποτελεσματικό. Ο συνδυασμός της αύξησης της φορολογίας με την περιοριστική εισοδηματική πολιτική «ροκανίζει» τα εισοδήματα, οδηγεί σε βαθιά και παρατεταμένη ύφεση, «στεγνώνει» την αγορά, παραλύει την ψυχολογία της κοινωνίας και ενισχύει τις πληθωριστικές πιέσεις.
  • Το μίγμα των μέτρων ήταν και ελλιπές. Απουσίαζαν και απουσιάζουν οι «αναπτυξιακές ανάσες», τα μέτρα τόνωσης της αγοράς.
  • Θριαμβολογούσε, αδικαιολόγητα, όταν οι Ευρωπαϊκές αποφάσεις θα έπρεπε να αποτιμώνται με νηφαλιότητα, περισυλλογή και περίσκεψη.

Έτσι, λοιπόν, η ηγεσία της Κυβέρνησης έχασε τον έλεγχο των εξελίξεων και πυροδότησε μία κρίση δανεισμού που οδήγησε τη χώρα στο «Μηχανισμό Στήριξης».

Φίλες και Φίλοι,

Σε μία κατάσταση όπως η τρέχουσα για την οικονομία, το κράτος, λαμβάνοντας υπόψη και τις χρόνιες εγχώριες δημοσιονομικές ανισορροπίες και διαρθρωτικές αδυναμίες, τη διεθνή χρηματοπιστωτική κρίση και την κρίση δανεισμού της χώρας, οφείλει να παρεμβαίνει και να δημιουργεί τόσο βραχυπρόθεσμα, όσο και μεσοπρόθεσμα, συνθήκες και προϋποθέσεις για οικονομική ανάπτυξη.

Βραχυπρόθεσμα, μέσα από ένα πλέγμα συσταλτικών δημοσιονομικών παρεμβάσεων, διαρθρωτικών αλλαγών και χρηματοπιστωτικών πρωτοβουλιών, προκειμένου να επιτευχθεί η αναγκαία βιώσιμη δημοσιονομική προσαρμογή και η ανάταξη της Οικονομίας.

Η Νέα Δημοκρατία, ως Αξιωματική Αντιπολίτευση, έχει στηρίξει τέτοιες διαρθρωτικές και χρηματοπιστωτικές πρωτοβουλίες.

Στήριξε χρηματοπιστωτικά μέτρα για τη διαφύλαξη της σταθερότητας του τραπεζικού συστήματος (όπως είναι η δημιουργία του Ταμείου Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας και η ενίσχυση της ρευστότητας των τραπεζών).

Στήριξε διαρθρωτικά μέτρα για τη βιώσιμη διόρθωση των δημοσίων οικονομικών (όπως είναι η δημιουργία της Ελληνικής Στατιστικής Αρχής και η δημιουργία νέου συστήματος δημοσιονομικής διαχείρισης).

Στήριξε διαρθρωτικά μέτρα για την απελευθέρωση δυνάμεων και πόρων στην Οικονομία (όπως είναι η απελευθέρωση του κλάδου των μεταφορών και η αναδιάρθρωση του ΟΣΕ).

Όμως, διαφώνησε και διαφωνεί με το μείγμα της ακολουθούμενης δημοσιονομικής πολιτικής.

Δεν διαφωνεί απλώς, αλλά έχει καταθέσει και συγκεκριμένη εναλλακτική πρόταση, την οποία και διαρκώς εξειδικεύει (Φεβρουάριο, Ιούλιο και Σεπτέμβριο).

Πρόταση που είναι ρεαλιστική και κοστολογημένη.

Πρόταση συμβατή με την ελληνική πραγματικότητα, που εδράζεται στην οικονομική επιστήμη και την ιστορική εμπειρία (βλέπετε σχετικές μελέτες ΚΕΠΕ και Ευρωπαϊκής Επιτροπής).

Πρόταση που βασίζεται στο διαχωρισμό του ελλείμματος σε «διαρθρωτικό» και «κυκλικό».

Διαρθρωτικό έλλειμμα που αντιμετωπίζεται με περιοριστική δημοσιονομική πολιτική, όχι, όμως, αυτής της έντασης και έκτασης.

Και κυκλικό έλλειμμα που αντιμετωπίζεται με αντισταθμιστικά μέτρα τόνωσης της αγοράς.

Αντισταθμιστικά μέτρα που έχουν μηδενικό ή ελάχιστο δημοσιονομικό κόστος αλλά δημιουργούν ανάκαμψη της οικονομίας, δίνουν ώθηση στην οικονομική δραστηριότητα και επιτρέπουν να αυξηθούν τα έσοδα του κράτους.

Αντισταθμιστικά μέτρα, όπως η εμπροσθοβαρής αξιοποίηση κοινοτικών κονδυλίων, η επιτάχυνση έργων παραχώρησης και ΣΔΙΤ, η αναβάθμιση του θερμοδυναμικού αποθέματος κατοικιών, η ενοποίηση των εισπρακτικών μηχανισμών του Κράτους, ο συμψηφισμός οφειλών, η επιδότηση στεγαστικού δανείου κ.ά.

Μέτρα, κάποια εκ των οποίων, έστω και με καθυστέρηση ή ημιτελώς η Κυβέρνηση αρχίζει να υλοποιεί.

Το κράτος, όμως, παράλληλα και ταυτόχρονα, οφείλει να διαμορφώνει και τις προοπτικές ανάπτυξης για την χώρα.

Να θέσει τις θεσμικές προϋποθέσεις για την προώθηση μίας ανταγωνιστικής και βιώσιμης οικονομικής διαδικασίας που θα βασίζεται, κυρίως, στις νέες, ενδογενείς, πηγές αειφόρου ανάπτυξης.

Πηγές, όπως είναι:

1. Η Επένδυση στη Γνώση

Ο όρος οικονομία της γνώσης υποδηλώνει μια οικονομία στην οποία η παραγωγή, η συσσώρευση, η διάχυση και η αξιοποίηση της γνώσης διαδραματίζουν βασικό ρόλο στην παραγωγή και τη διανομή του πλούτου.

Βασικός μηχανισμός παραγωγής, συσσώρευσης και διάχυσης του γνωσιακού κεφαλαίου είναι το σύστημα εκπαίδευσης και κατάρτισης.

Μια χώρα για να έχει προοπτική στο νέο παγκόσμιο περιβάλλον, οφείλει να θέτει ως προτεραιότητα και πρώτη επιλογή την επένδυση στη γνώση με την ανάπτυξη ενός ολοκληρωμένου και ποιοτικού συστήματος εκπαίδευσης – κατάρτισης και δια βίου εκπαίδευσης.

Οι όποιες μεταρρυθμίσεις θα πρέπει να επιδιώκουν την αναβάθμιση της παρεχόμενης εκπαίδευσης, τη διεύρυνση των δυνατοτήτων για την επαγγελματική αποκατάσταση των νέων και την υιοθέτηση κινήτρων για τη βελτίωση των εκπαιδευτικών υπηρεσιών.

2. Η Επένδυση στην Έρευνα και Καινοτομία

Τα παραδοσιακά επιχειρηματικά μοντέλα έχουν, πλέον ξεπεραστεί.

Έχει αλλάξει ο τρόπος με τον οποίο οι επιχειρήσεις σε όλο τον κόσμο δημιουργούν νέα προϊόντα και νέες υπηρεσίες, καθιστώντας την καινοτομία βασικό πυλώνα της παραγωγικής και οικονομικής δραστηριότητας.

Η επένδυση στην καινοτομία είναι επένδυση στην πρόοδο, στην ανάπτυξη, στην ανταγωνιστικότητα, η οποία εγγυάται οφέλη για τις επιχειρήσεις, ποιότητα για τους πολίτες, ανάπτυξη για την οικονομία.

Η αξιοποίηση της καινοτομίας στην οικονομία  αποτελεί τρόπο να δημιουργηθεί πλούτος περισσότερος από όσο αναλογικά θα δημιουργούνταν με βάση το συνολικά επενδεδυμένο κεφάλαιο και τη διαθέσιμη εργατική δύναμη.

Προς την κατεύθυνση αυτή δύο είναι οι βασικοί άξονες:

Ο πρώτος άξονας είναι η δημιουργία του κατάλληλου πλαισίου και των απαραίτητων  προϋποθέσεων που ευνοούν και ενισχύουν την ανάπτυξη της καινοτομίας, με αξιολόγηση των κέντρων έρευνας και τεχνολογίας, με τη δημιουργία ζωνών καινοτομίας, με ερευνητικά κέντρα, με τεχνολογικά πάρκα, κ.α.

Και ο δεύτερος άξονας είναι η ενσωμάτωση της έρευνας, της τεχνολογίας και της καινοτομίας στην παραγωγική διαδικασία και η διάχυση των αποτελεσμάτων στην ελληνική οικονομία και κοινωνία, με στήριξη της ανάπτυξης των επιχειρήσεων με υψηλής έντασης γνώση, με την προώθηση στρατηγικών συνεργασιών, κ.ά.

3. Η Επένδυση στην Επιχειρηματικότητα

Θα πρέπει να καταστεί –επιτέλους– σαφές ότι η επιχειρηματικότητα (δηλαδή η ανθρώπινη ικανότητα συνδυασμού των άλλων συντελεστών παραγωγής για την παραγωγή αγαθών και υπηρεσιών) είναι σημαντική πηγή ανάπτυξης.

Συμβάλλει στη δημιουργία θέσεων εργασίας, στην ενθάρρυνση της οικονομικής δραστηριότητας, στην ενίσχυση της ανταγωνιστικότητας, στην ανάπτυξη και στην ενίσχυση της οικονομικής και κοινωνικής συνοχής.

Βασικοί άξονες δράσης θα πρέπει να είναι:

α) Η απο-ενοχοποίηση της επιχειρηματικότητας, ώστε να μετατραπεί η νομοθεσία και η λειτουργία του κράτους σε φιλικότητα προς την επιχείρηση, αντιμετωπίζοντας αποτελεσματικά το παραεμπόριο, διασφαλίζοντας την ανταγωνιστική λειτουργία της αγοράς προς όφελος των πολιτών, και απεγκλωβίζοντας την αγορά από το ενδεχόμενο μονιμοποίησης των «έκτακτων εισφορών».

β) Η σταδιακή μείωση των φόρων, με προτεραιότητα στους έμμεσους φόρους, όπως ο ΦΠΑ και ο φόρος στα καύσιμα.

Αλλά και με μείωση των φόρων στο εισόδημα και στα κέρδη, αφού κανείς δεν επενδύει σε μια υπερφορολογημένη χώρα.

γ) Η σταδιακή μείωση των ασφαλιστικών εισφορών, αφού η Ελλάδα έχει το υψηλότερο ποσοστό μη-μισθολογικού εργοδοτικού κόστους.

Και αυτό δεν επιβαρύνει μόνο τους εργοδότες, αλλά και τους εργαζόμενους, αφού αποθαρρύνει τη δημιουργία νέων θέσεων εργασίας και ενθαρρύνει τη «μαύρη» εργασία.

4. Η Επένδυση σε ένα Ανταγωνιστικό Κράτος

Ένα αποτελεσματικό, σύγχρονο και δίκαιο κράτος, στο πλαίσιο της οικονομίας της αγοράς, μπορεί να αποτελέσει προωθητικό παράγοντα της οικονομικής ανάπτυξης και μιας ουσιαστικής και βιώσιμης κοινωνικής πολιτικής.

Κράτος που θα μεριμνά για τη βέλτιστη λειτουργία του μηχανισμού της αγοράς και την εξασφάλιση της μέγιστης οικονομικής αποτελεσματικότητας, την κοινωνικά δικαιότερη κατανομή του εισοδήματος και του παραγόμενου πλούτου και τη σταθεροποίηση της οικονομίας.

Βέβαια, το μείγμα αγοράς και κράτους μπορεί να ποικίλλει ανάλογα με τις περιστάσεις, τις ανάγκες και τις προτιμήσεις της κοινωνίας, αλλά ορίζεται στον ενδιάμεσο χώρο ανάμεσα στις απόψεις περί ελάχιστου και μέγιστου κράτους.

Η λειτουργία και η δομή του κράτους θα πρέπει να αντανακλά συνεπώς τα αιτήματα της σύγχρονης και ελεύθερης κοινωνίας για οικονομική αποτελεσματικότητα και κοινωνική δικαιοσύνη, ο συνδυασμός των οποίων καταλήγει σε μία μικτή οικονομία που καλύπτεται από τη φιλοσοφία του κοινωνικού φιλελευθερισμού.

Συνεπώς, το ελληνικό κράτος οφείλει να ξεφύγει από τις αγκυλώσεις του παρελθόντος και να αποτελέσει δομικό συστατικό της αλλαγής του οικονομικού υποδείγματος της χώρας.

Βασικοί άξονες προς την κατεύθυνση αυτή θα πρέπει να είναι:

α) Η καταπολέμηση της διαφθοράς, καθώς σύμφωνα με μελέτη του Ιδρύματος Brookings η απώλεια δημοσίων εσόδων λόγω της διαφθοράς ανέρχεται τουλάχιστον στο 8% του ΑΕΠ, ενώ μία μέσου επιπέδου βελτίωση όσον αφορά την αντιμετώπισή της θα μείωνε το δημοσιονομικό έλλειμμα κατά 4% του ΑΕΠ.

β) Η εξάλειψη της γραφειοκρατίας με συγκεκριμένες δομικές πρωτοβουλίες όπως είναι:

  • η παροχή της δυνατότητας σε κάθε Έλληνα πολίτη να προμηθεύεται ότι δημόσιο έγγραφο τον αφορά, καταθέτοντας μόνο τον αριθμό της ταυτότητάς του, το ΑΦΜ του και το ΑΜΚΑ,
  • η ενοποίηση των μηχανισμών χρέωσης του πολίτη από το Δημόσιο και ο έντιμος συμψηφισμός εξόφλησης των υπολοίπων από και προς το Δημόσιο,
  • το ξεμπλοκάρισμα των επενδύσεων,
  • η κατάργηση των συν-αρμοδιοτήτων, και
  • η ενοποίηση των κατακερματισμένων αρμοδιοτήτων.

γ) Η έμφαση στην εξωστρέφεια, με την αξιοποίηση των ανταγωνιστικών πλεονεκτημάτων της χώρας και τη δημιουργία μίας νέας Γραμματείας Εξωστρέφειας.

δ) Η ενίσχυση της ανταγωνιστικότητας, με στροφή στην ποιότητα, με ταχύτερη απονομή Δικαιοσύνης και με την απλοποίηση της νομοθεσίας.

ε) Ο συντονισμός της παραγωγικής προσπάθειας στους τομείς που έχουμε συγκριτικά πλεονεκτήματα, ώστε:

  • να αξιοποιήσουμε τα συγκριτικά μας πλεονεκτήματα με την ανάταξη της πρωτογενούς παραγωγής και τη μεταποίηση των προϊόντων της,
  • να χαράξουμε ξεκάθαρη ενεργειακή στρατηγική, και
  • να αξιοποιήσουμε τους δύο πιο ανταγωνιστικούς μας τομείς, τη Ναυτιλία και τον Τουρισμό.

 

Φίλες και Φίλοι Φοιτητές,

Τέτοιες, και αντίστοιχες, πρωτοβουλίες απαιτούνται για την ανάταξη και την ανάπτυξη της Οικονομίας.

Πρωτοβουλίες όμως που απουσιάζουν από το Κυβερνητικό «οπλοστάσιο».

Πλούσιο αναπτυξιακό «οπλοστάσιο» που όμως δεν αξιοποιείται από την Κυβέρνηση (ή δεν έχει αξιοποιηθεί μέχρι σήμερα αφού έχει αλλάξει η πολιτική ηγεσία), καθώς:

Το Πρόγραμμα Δημοσίων Επενδύσεων εγκαταλείπεται ώστε να αντισταθμιστεί η σημαντική υστέρηση των δημοσίων εσόδων.

Η αγορά έχει «παγώσει», καθώς το δημόσιο έχει κηρύξει, ουσιαστικά, «στάση πληρωμών».

Το ΕΣΠΑ έχει βαλτώσει με αποτέλεσμα η χώρα από την 5η θέση σε απορροφήσεις κοινοτικών πόρων που ήταν τον περασμένο Σεπτέμβριο να βρίσκεται σήμερα στην 23η θέση.

Το ΤΕΜΠΜΕ αγγίζει τα όρια της αδράνειας, αφού το τρίμηνο Ιούνιος – Αύγουστος δανειοδοτήθηκαν 100 φορές λιγότερες μικρές και μικρομεσαίες επιχειρήσεις σε σχέση με την αντίστοιχη περίοδο του 2009.

Οι πρωτοβουλίες για ΣΔΙΤ και οι συμβάσεις παραχώρησης παραμένουν λεκτικό σχήμα.

Το πρόγραμμα αποκρατικοποιήσεων και η αξιοποίηση της δημόσιας περιουσίας παραμένουν ακόμα στις προθέσεις της Κυβέρνησης.

Ο Αναπτυξιακός Νόμος είναι εδώ και ένα χρόνο στα σκαριά, και απ’ ότι φαίνεται θα υπάρξουν και αλλαγές στο υπάρχον Κυβερνητικό Σχέδιο.

Και σ’ αυτή την ουσιαστική απουσία αναπτυξιακού προσανατολισμού οφείλουμε να συνυπολογίσουμε και την αναποτελεσματικότητα του ακολουθούμενου μείγματος δημοσιονομικής πολιτικής.

Αναποτελεσματικότητα, όπως αυτή καταδεικνύεται από την υστέρηση στα έσοδα, την βαθύτερη ύφεση, την εκτόξευση του πληθωρισμού, τη διόγκωση της ανεργίας.

Ανεργία που εκτιμάται, σύμφωνα με το Προσχέδιο του Προϋπολογισμού, ότι θα ανέλθει στο 14,5%.

Αυτή η αναποτελεσματικότητα καθιστά επιτακτική την αλλαγή του μείγματος οικονομικής πολιτικής, και όχι τη δημιουργία συνθηκών πολιτικής αναστάτωσης.

Καθιστά αναγκαία την προώθηση πολιτικών που επιτυγχάνουν το συγκερασμό της δημοσιονομικής προσαρμογής και της ανάταξης, αρχικά, και της ανάπτυξης, μεταγενέστερα, της Οικονομίας.

Πολιτικών που θα βγάλουν τη χώρα από το «Μνημόνιο» και την κρίση το ταχύτερο δυνατό.

Και που θα δημιουργήσουν ελπίδα στους πολίτες, και δη στους νέους πολίτες, και προοπτικές ανάπτυξης στην οικονομία.

Σας ευχαριστώ.