Συνέντευξη στην Εφημερίδα “Εν Αθήναις” – “Τα απανωτά πακέτα μέτρων επέφεραν δυσμενείς...

Συνέντευξη στην Εφημερίδα “Εν Αθήναις” – “Τα απανωτά πακέτα μέτρων επέφεραν δυσμενείς επιπτώσεις”

1. Οι συνέπειες της οικονομικής κρίσης έχουν αρχίσει να διαφαίνονται ξεκάθαρα στη χώρα μας και οι πολίτες αγανακτούν όλο και περισσότερο με τα σκληρά μέτρα της Κυβέρνησης καθώς δυσκολεύονται να τα βγάλουν πέρα.

 

Κα Στρόβιλα, είναι γεγονός ότι το ΠΑ.ΣΟ.Κ. φέρει διαχρονικά μεγάλες ευθύνες για τα οικονομικά και όχι μόνο προβλήματα που ταλανίζουν τη χώρα και τους πολίτες. Η παρούσα Κυβέρνηση του κ. Γ. Παπανδρέου έχει την αποκλειστική ευθύνη των χειρισμών κατά τους τελευταίους δέκα μήνες. Χειρισμών οι οποίοι στο πεδίο της δημόσιας οικονομίας δίνουν την εικόνα βελτίωσης κάποιων δεικτών, με αμφισβητούμενες όμως ως προς τη μακροχρόνια βιωσιμότητά τους μεθοδολογίες, αλλά στο πεδίο της πραγματικής οικονομίας οδηγούν σε βαθιά ύφεση και σε μεγάλη πτώση του βιοτικού επιπέδου των Ελλήνων πολιτών. Ενδεικτικά αναφέρω ότι τα έσοδα παρουσιάζουν υστέρηση, το κράτος έχει, ουσιαστικά, κηρύξει στάση πληρωμών σε πολλές επιχειρήσεις, τα λουκέτα πολλαπλασιάζονται, η ανεργία διογκώνεται, ο πληθωρισμός εκτινάσσεται στα ύψη, τα νοικοκυριά στενάζουν.

 

2. Όντως, το ζήτημα του υψηλού πληθωρισμού απασχoλεί και την «Τρόικα». Που θεωρείτε οτι οφείλεται αυτή η πληθωριστική έκρηξη;

 

Όπως προανέφερα, τα δυσμενή αποτελέσματα του μείγματος οικονομικής πολιτικής της Κυβέρνησης τα βιώνουν και οι επιχειρήσεις και τα νοικοκυριά. Οι Έλληνες πολίτες έχουν μπει στην «πρέσα». Από τη μια η μείωση του εισοδήματος και από την άλλη η αύξηση του πληθωρισμού. Τα απανωτά πακέτα μέτρων αύξησης της φορολογίας, και κυρίως της έμμεσης φορολογίας, έχουν επιφέρει δυσμενείς επιπτώσεις στην πραγματική οικονομία, καθώς, σε συνδυασμό με την περιοριστική εισοδηματική πολιτική, «ροκανίζουν» τα πραγματικά εισοδήματα, «στεγνώνουν» την αγορά, παραλύουν την ψυχολογία της κοινωνίας και ενισχύουν, σε συνδυασμό και με διαχρονικές διαρθρωτικές αδυναμίες της ελληνικής οικονομίας, τις πληθωριστικές πιέσεις που συρρικνώνουν την αγοραστική δύναμη των νοικοκυριών. Η χώρα επί των ημερών του ΠΑ.ΣΟ.Κ. έχει από τα υψηλότερα επίπεδα πληθωρισμού μεταξύ των εταίρων της. Συγκεκριμένα, ο εναρμονισμένος Δείκτης Τιμών Καταναλωτή (εν.Δ.Τ.Κ.) στην Ελλάδα ανήλθε τον Ιούλιο στο 5,5% από 2,9% το Φεβρουάριο του 2010. Σημειώνω ότι η Ν.Δ. παρέδωσε τη διακυβέρνηση με εν. Δ.Τ.Κ. τον Σεπτέμβριο του 2009 στο 0,7%. Αυτή η τεράστια απόκλιση οδήγησε την «Τρόικα» σε αναθεώρηση των εκτιμήσεων για το ύψος του εναρμονισμένου πληθωρισμού για το 2010 στο 4,75%, σχεδόν 3 φορές υψηλότερα! Διανύουμε, λοιπόν, περίοδο κατά την οποία βιώνουμε όλα τα αρνητικά συμπτώματα του στασιμοπληθωρισμού. Επιβεβαιώνεται, συνεπώς, η λανθασμένη πορεία και οι λανθασμένοι χειρισμοί  της Κυβέρνησης του ΠΑ.ΣΟ.Κ.

 

3. Ωστόσο, κε Σταϊκούρα, τι θα μπορούσε να γίνει κατά τη γνώμη σας για να αλλάξει το οικονομικό τοπίο στην Ελλάδα;

 

Γνωρίζετε, ότι πρόσφατα η Ν.Δ. ανέλαβε μια πρωτόγνωρη για Αξιωματική Αντιπολίτευση πολιτική πρωτοβουλία. Παρουσίασε το Στρατηγικό της Σχέδιο για την έξοδο της Ελλάδας από την οικονομική κρίση. Σχέδιο που οδηγεί σε «ενάρετο κύκλο» ανάπτυξης, σε αντίθεση με το «φαύλο κύκλο» της ύφεσης, στο οποίο μας έχει οδηγήσει η πολιτική και οι χειρισμοί της Κυβέρνησης. Σχέδιο που η εφαρμογή του δεν είναι χωρίς θυσίες. Όμως με λιγότερες θυσίες  και καλύτερες προοπτικές. Η δική μας ανάλυση και συνακόλουθα πρόταση εδράζεται, εκτός των άλλων, και στη διάκριση του ελλείμματος σε δύο συνιστώσες. Το «διαρθρωτικό», το οποίο οφείλεται στις διαρθρωτικές αγκυλώσεις της Οικονομίας, και το «κυκλικό» που οφείλεται στον οικονομικό κύκλο. Κατά τη δική μας πεποίθηση αν συνεχίσουμε επί μακρόν το δρόμο του «Μνημονίου» λαμβάνοντας μόνο περιοριστικά μέτρα, μειώνουμε το διαρθρωτικό, όμως αυξάνουμε το κυκλικό έλλειμμα με την ύφεση που προκαλούμε. Για να μειωθεί συνεπώς το συνολικό έλλειμμα πρέπει να συνδυάσουμε περιοριστικά μέτρα (όχι τέτοιας έντασης και σύνθεσης και όχι πρόσθετα, όπως προβλέπει το Μνημόνιο), με μέτρα καταπολέμησης της ύφεσης. Γι’ αυτό εμείς προτείνουμε διαφορετικό μείγμα Οικονομικής Πολιτικής με:

1ον. Αντισταθμιστικά μέτρα συγκράτησης της ύφεσης, ύψους 7,2% του ΑΕΠ, μηδενικού ή ελάχιστου δημοσιονομικού κόστους. Δηλαδή μέτρα Ανάκαμψης που «εξουδετερώνουν» ή αντισταθμίζουν το υφεσιακό αποτέλεσμα της δημοσιονομικής προσαρμογής.

2ον. Πρωτοβουλίες αξιοποίησης – και όχι εκποίησης – της ανενεργής ακίνητης περιουσίας του Δημοσίου, ώστε να μειωθεί απευθείας, το χρέος. Με μακροχρόνιες μισθώσεις, leasing ή ΣΔΙΤ, ενός μέρους των ακινήτων και με την εμπορική αξιοποίηση ενός άλλου μέρους, με ανάπτυξη τουριστικής κατοικίας για αγοραστές υψηλής εισοδηματικής στάθμης, με αξιοποίηση λιμανιών, αεροδρομίων, μαρίνων κ.λπ.

3ον. Αναπτυξιακά μέτρα άμεσα, που απελευθερώνουν τη δυναμική της Οικονομίας και βελτιώνουν το οικονομικό κλίμα. Όπως για παράδειγμα η εξόφληση των οφειλών του Δημοσίου προς τις επιχειρήσεις, η επένδυση στις «ενδογενείς» πηγές ανάπτυξης.

4ον. Και Αναπτυξιακά μέτρα ενίσχυσης της ανταγωνιστικότητας, μετά την αποδέσμευση από το Μνημόνιο, με μείωση των φόρων και κλαδικές αναπτυξιακές πολιτικές, όπου η Ελλάδα έχει στρατηγικά πλεονεκτήματα.

Πρόκειται, συνεπώς, για ένα ολοκληρωμένο, συνεκτικό και διαφορετικό μίγμα μέτρων για την έξοδο της χώρας από την κρίση. Πρόκειται για ένα κοστολογημένο, ρεαλιστικό και υλοποιήσιμο Σχέδιο. Ένα Σχέδιο προοπτικής και ελπίδας.

 

4. Αμφισβητείτε, συνεπώς, την αποτελεσματικότητα του μείγματος οικονομικής πολιτικής της Κυβέρνησης, εστιάζοντας, σύμφωνα και με πρόσφατες δηλώσεις σας, στην πορεία εκτέλεσης του Προϋπολογισμού.

 

Εδώ και καιρό υπογραμμίζουμε τα αδύνατα σημεία στην εκτέλεση του Προϋπολογισμού και τη μείωση του ελλείμματος. Ωστόσο, το Οικονομικό Επιτελείο της Κυβέρνησης συνεχίζει την προσφιλή τακτική του, καθώς για να παρουσιάσει μικρότερες αποκλίσεις κατά την εκτέλεση του Προϋπολογισμού καταφεύγει σε λογιστικές ακροβασίες, σε συνεχείς μεταβολές των εκτιμήσεων και σε πολιτικές πρακτικές επιζήμιες για την πραγματική Οικονομία. Η πραγματικότητα όμως είναι διαφορετική και δεν κρύβεται. Προς επίρρωση της διαπίστωσης αυτής σας παραθέτω κάποια ενδεικτικά στοιχεία.

Η υστέρηση εσόδων έναντι των στόχων, παρά τις απανωτές αυξήσεις της φορολογίας, διευρύνεται συνεχώς. Τα καθαρά έσοδα, το 1ο επτάμηνο του 2010 σε σχέση με το αντίστοιχο επτάμηνο του 2009, αυξήθηκαν κατά 4,1%, έναντι στόχου για αύξηση κατά 13,7%. Μάλιστα, για πρώτη φορά εφέτος, το μήνα Ιούλιο παρατηρείται μείωση των εσόδων, της τάξεως του 9% σε σχέση με τον Ιούλιο του 2009. Ειδικότερα, τα έσοδα από ΦΠΑ, το 1ο επτάμηνο του έτους σε σχέση με πέρυσι, είναι αυξημένα, μόλις, κατά 0,5%. Μάλιστα, κατά τον μήνα Ιούλιο είναι μειωμένα κατά 4% σε σχέση με πέρυσι. Επιπροσθέτως, οι επιστροφές φόρων προς τις επιχειρήσεις εμφανίζονται μειωμένες κατά 4,1% σε σχέση με πέρυσι (έναντι στόχου για αύξηση κατά 3%). Επιβεβαιώνεται έτσι ότι η Κυβέρνηση, στην πράξη, δεν προωθεί την επιχειρηματικότητα.

Επίσης, οι δαπάνες, πράγματι, εμφανίζονται μειωμένες σε σχέση με πέρυσι κυρίως λόγω της οριζόντιας περιοριστικής εισοδηματικής πολιτικής. Όμως:

  • Πολλά Ασφαλιστικά Ταμεία έχουν ήδη χρησιμοποιήσει μεγάλο μέρος των επιχορηγήσεών τους (π.χ. ο Ο.Α.Ε.Ε. έχει υπερβεί τις προϋπολογισθείσες επιχορηγήσεις).
  • Οι επιχορηγήσεις προς τους συγκοινωνιακούς φορείς, ήδη, έχουν ανέλθει στο 84,9% των προϋπολογισθέντων λειτουργικών δαπανών τους, στοιχείο που δημιουργεί τη βεβαιότητα ότι θα υπάρξει υπέρβαση δαπανών.
  • Οι δαπάνες για τόκους των δανείων του Δημοσίου εμφανίζονται μειωμένες κατά, περίπου, 500 εκατ. ευρώ έναντι των προϋπολογισθέντων.

Παράλληλα, η Κυβέρνηση συνεχίζει να κρατά καθηλωμένη την αγορά και την ανάπτυξη, καθώς κατά το 1ο επτάμηνο του έτους, οι δαπάνες του Προγράμματος Δημοσίων Επενδύσεων εμφανίζονται μειωμένες κατά 2,4 δισ. ευρώ ή 36,3% σε σχέση με πέρυσι.Συνεπώς, ο στόχος για μείωση των δημοσίων επενδύσεων κατά 4% το 2010 σε σχέση με το 2009 προφανώς εγκαταλείπεται. Η Κυβέρνηση αντί του συγκερασμού της μείωσης του ελλείμματος και της ενίσχυσης της ανάπτυξης, επιλέγει μονομερώς τη λογιστική μείωση του ελλείμματος.

 

5. Παράλληλα με τη δημοσιονομική προσαρμογή της χώρας, σημαντικές εξελίξεις αναμένονται και στον εγχώριο τραπεζικό κλάδο. Πώς βλέπετε την πρόταση Σάλλα  για τη συγχώνευση του ΤΤ και της ΑΤΕ;

 

Αναμφίβολα, μία τραπεζοκεντρική οικονομία  όπως η  Ελληνική  έχει ανάγκη από μεγάλα, ισχυρά και βιώσιμα πιστωτικά ιδρύματα. Προς την κατεύθυνση αυτή δύνανται να συμβάλλουν οι εξαγορές και συγχωνεύσεις στην εγχώρια τραπεζική αγορά. Η Ν.Δ. έχει τοποθετηθεί θετικά σε μία τέτοια προοπτική. Έχει τοποθετηθεί επίσης θετικά, στη δημιουργία ενός ισχυρού κρατικού πυλώνα στο πιστωτικό μας σύστημα. Θεωρούμε πως, έτσι, περιορίζεται ο κίνδυνος μείωσης της φερεγγυότητας και «αφελληνισμού» του τραπεζικού συστήματος, ενώ, παράλληλα, ενισχύεται η σταθερότητα του συστήματος. Όμως, η πρόταση της Τράπεζας Πειραιώς έχει την ιδιαιτερότητα πως απευθύνεται στην Κυβέρνηση και αφορά δύο υπό κρατικό έλεγχο τραπεζικά ιδρύματα.

Επιπροσθέτως, σημειώνω ότι στην πρόσφατη παρουσίαση από την Κυβέρνηση του Προγράμματος Αποκρατικοποιήσεων δεν έγινε καμία αναφορά σε αποκρατικοποίηση τραπεζικών ιδρυμάτων. Γίνεται λοιπόν φανερό ότι η Κυβέρνηση, τουλάχιστον σε όσα θέματα χειρίζεται αυτοδύναμα, παλινωδεί διαρκώς. Οφείλει να ξεκαθαρίσει τις προθέσεις της τουλάχιστον στα μεγάλα θέματα της χώρας. Σε κάθε περίπτωση, εάν αποφασίσει να προχωρήσει στον τραπεζικό τομέα οφείλει με ευλάβεια να διασφαλίσει το δημόσιο συμφέρον. Ειδικότερα θα πρέπει να αξιολογηθεί η περίπτωση της ΑΤΕ, η οποία για δεκαετίες αποτελεί παραδοσιακή πηγή ρευστότητας για τον Έλληνα αγρότη. Ιδιαίτερα μετά τα πρόσφατα αποτελέσματα των τεστ αντοχής των τραπεζών.

 

6. Αναφερθήκατε στα πρόσφατα τεστ αντοχής των ευρωπαϊκών τραπεζών. Πως κρίνετε τα αποτελέσματα των ελληνικών τραπεζών;

 

Κα Στρόβιλα, σε μία ιδιαιτέρως κρίσιμη οικονομική συγκυρία, τα αποτελέσματα των ευρωπαϊκών τεστ αντοχής των ελληνικών τραπεζών κατέδειξαν την ανθεκτικότητα και ευρωστία της ελληνικής τραπεζικής αγοράς. Επιβεβαιώνεται έτσι και η ορθότητα των έγκαιρων χειρισμών της Κυβέρνησης της Ν.Δ. στον τραπεζικό τομέα με την εμφάνιση της παγκόσμιας οικονομικής κρίσης. Είναι θετικό το γεγονός ότι οι ελληνικές τράπεζες, που συμμετείχαν στο τεστ προσομοίωσης ακραίων καταστάσεων, και μάλιστα με αυστηρότερα έναντι των άλλων χωρών κριτήρια, το πέρασαν. Η ΑΤΕ αποτελεί ιδιαίτερη περίπτωση και ως τέτοια πρέπει να αντιμετωπισθεί. Προκειμένου όμως, να ενισχυθεί περαιτέρω η κεφαλαιακή επάρκεια και η ρευστότητα των πιστωτικών ιδρυμάτων απαιτούνται συγκροτημένες πρωτοβουλίες της πολιτείας και των πιστωτικών ιδρυμάτων με στόχο την ενίσχυση της σταθερότητας του τραπεζικού συστήματος.

Σε αυτή την κατεύθυνση ιδιαίτερη σημασία αποκτά η βιωσιμότητα της ΑΤΕ, παραδοσιακού και αναγκαίου μοχλού στήριξης του Έλληνα Αγρότη, αλλά και βασικού συστατικού του ελληνικού τραπεζικού συστηματος. Ενός τραπεζικού συστήματος που δύναται, διατηρώντας το σημαντικό διαμεσολαβητικό του ρόλο σε ένα πλαίσιο επαρκούς και αποτελεσματικής τραπεζικής εποπτείας, να αποτελέσει δυναμικό χρηματοδοτικό μοχλό για την ανάταξη της οικονομικής δραστηριότητας, ενδυναμώνοντας, συνάμα, τη σημαντική του θέση στις διεθνείς αγορές. Ενός ελληνικού τραπεζικού συστήματος, ισχυρών και βιώσιμων πιστωτικών ιδρυμάτων, που δύναται να ανταποκριθεί στις προσδοκίες των πολιτών για την ταχύτερη έξοδο της χώρας από την ύφεση. Εμείς θα εργασθούμε προς αυτή την κατεύθυνση με ευθύνη απέναντι στην οικονομία, την κοινωνία, την πατρίδα.