Άρθρο στο Περιοδικό “Επιχειρώ” – “Η Πραγματική Οικονομία είναι «Ανυπάκουη» στις Κυβερνητικές...

Άρθρο στο Περιοδικό “Επιχειρώ” – “Η Πραγματική Οικονομία είναι «Ανυπάκουη» στις Κυβερνητικές Επιθυμίες”

Η δυσμενής και διαρκώς επιδεινούμενη πραγματικότητα που βιώνουν καθημερινά τα νοικοκυριά και οι επιχειρήσεις, καθώς και οι αποκλίσεις από τους στόχους που έχουν τεθεί με την προσφυγή στο Μηχανισμό Στήριξης και περιλαμβάνονται στο «Μνημόνιο», καταδεικνύουν ότι η Οικονομία δεν «υπακούει» στις επιθυμίες της Κυβέρνησης του ΠΑΣΟΚ.

 

Οι όποιες κυβερνητικές δηλώσεις για επικοινωνιακούς λόγους ή τα πολιτικά φληναφήματα που περικλείουν αβάσιμες νότες αισιοδοξίας, δεν μπορούν να «κρύψουν» την πραγματικότητα.

 

Πραγματικότητα, όπως αυτή αποτυπώνεται στη δραματική συρρίκνωση του βιοτικού επιπέδου των πολιτών και στα «λουκέτα» των επιχειρήσεων.

 

Πραγματικότητα, όπως αυτή εκπέμπεται από μία σειρά δεικτών, σύμφωνα με τους οποίους:

α) Η ύφεση κατά το δεύτερο τρίμηνο του έτους ανήλθε στο 3,5%, και είναι η μεγαλύτερη από το 1975. Αξίζει να υπενθυμίσουμε ότι η εκτίμηση της Κυβέρνησης για την ύφεση αναθεωρήθηκε από 0,3% τον Ιανουάριο σε 4% το Μάιο. Η Ελλάδα είναι μάλιστα η μόνη ευρωπαϊκή χώρα που παρουσιάζει μείωση του ΑΕΠ το δεύτερο τρίμηνο σε σχέση με το πρώτο τρίμηνο (-1,5%), όταν ο ευρωπαϊκός μέσος όρος διαμορφώθηκε στο +1% μεταξύ των δύο τριμήνων του 2010.

 

β) Ο πληθωρισμός εκτινάχθηκε στο 5,5% τον Ιούλιο, και είναι ο υψηλότερος των τελευταίων 13 ετών, ενώ το Σεπτέμβριο του 2009 ήταν 0,7%. Αυτή η τεράστια απόκλιση οδήγησε την «Τρόικα» σε αναθεώρηση των εκτιμήσεων της για το ύψος του πληθωρισμού για το 2010 στο 4,75%.

 

γ) Η βιομηχανική παραγωγή το πρώτο εξάμηνο μειώθηκε κατά 5,8%,  η μεταποίηση κατά 4,7% και τα έσοδα από ταξιδιωτικές υπηρεσίες κατά 12%, σε σχέση με την αντίστοιχη περίοδο του 2009. Παράλληλα, ο όγκος της οικοδομικής δραστηριότητας το Μάιο μειώθηκε κατά 22%.

 

δ) Το 15% των επιχειρήσεων στην Αττική έχουν κλείσει, σύμφωνα με τα στοιχεία της ΕΣΕΕ, ενώ 176.700 επιχειρήσεις, σύμφωνα με την πρόσφατη έρευνα της ΓΣΕΒΕΕ, είναι κοντά στο «κλείσιμο» ως το τέλος του 2011. Μια τέτοια εξέλιξη θα μεταφραστεί σε απώλεια 305.000 θέσεων εργασίας.

 

ε) Η ανεργία το Μάιο έφτασε το 12%, από 8,5% που ήταν το Μάιο του 2009, παρουσιάζοντας μία από τις υψηλότερες ετήσιες αυξήσεις (43%) που έχουν καταγραφεί τα τελευταία χρόνια.

 

Επιπρόσθετα, η υστέρηση των εσόδων, παρά τις απανωτές αυξήσεις της φορολογίας, διευρύνεται. Έτσι, τα καθαρά έσοδα παρουσιάζουν οριακή αύξηση 4% στο 1ο  επτάμηνο (ίσως και χαμηλότερα το οκτάμηνο), έναντι ετήσιου στόχου για αύξηση 13,7%, ενώ τον Ιούλιο, για πρώτη φορά φέτος, διαπιστώνεται μείωση των εσόδων κατά 9% σε σχέση με τον Ιούλιο του 2009.

 

Ειδικότερα, τα έσοδα από ΦΠΑ, το 1ο επτάμηνο του έτους σε σχέση με πέρυσι, είναι αυξημένα, μόλις, κατά 0,5%. Μάλιστα, κατά τον μήνα Ιούλιο είναι μειωμένα κατά 4% σε σχέση με πέρυσι.

 

Επιπροσθέτως, οι επιστροφές φόρων προς τις επιχειρήσεις εμφανίζονται μειωμένες κατά 4,1% σε σχέση με πέρυσι (έναντι στόχου για αύξηση κατά 3%), επιβεβαιώνοντας την ένδειξη πως η Κυβέρνηση, στην πράξη, δεν προωθεί την επιχειρηματική δραστηριότητα.

 

Και ενώ έχουμε αυτές τις αποκλίσεις από τους στόχους, η Κυβέρνηση επιλέγει, προκειμένου να εμφανίσει λογιστική μείωση του ελλείμματος, την περιστολή των δαπανών για δημόσιες επενδύσεις. Έτσι προχωρά στην περικοπή του Προγράμματος Δημοσίων Επενδύσεων κατά 2,4 δισ. ευρώ ή 36,3% σε σχέση με πέρυσι, εγκαταλείποντας, προφανώς, το στόχο για μείωση των δαπανών του κατά 4%. Αυτή η αντιαναπτυξιακή πολιτική επιλογή με καθοριστικές βραχυπρόθεσμες αλλά και μακροπρόθεσμες συνέπειες για την οικονομική δραστηριότητα, συνοδεύεται με την απόφαση του οικονομικού επιτελείου να κηρύξει, ουσιαστικά, στάση πληρωμών προς τις επιχειρήσεις, καθηλώνοντας την αγορά και συρρικνώνοντας τις προοπτικές ανάταξής της. Προκειμένου, λοιπόν, να παρουσιάσει μικρότερες αποκλίσεις κατά την εκτέλεση του προϋπολογισμού, καταφεύγει σε λογιστικές ακροβασίες, σε συνεχείς μεταβολές των εκτιμήσεων, καθώς και σε πολιτικές πρακτικές επιζήμιες για την πραγματική οικονομία.

 

Αντί η Κυβέρνηση να επιχειρήσει το συγκερασμό της μείωσης του δημοσιονομικού ελλείμματος με την ενίσχυση της ανάπτυξης, επιλέγει μονομερώς τη λογιστική μείωση του ελλείμματος, θέτοντας την οικονομία σε διαδικασία καθοδικού σπιράλ και «στραγγαλίζοντας» τις χαμηλές και μεσαίες εισοδηματικά τάξεις. Δίνει τη χαριστική βολή στη μεσαία τάξη, στον επαγγελματία, το μισθωτό, το μικρομεσαίο επιχειρηματία. Με άλλα λόγια, η Κυβέρνηση φαίνεται να αγνοεί πως «…η περικοπή των επενδύσεων με υψηλή απόδοση, προκειμένου να επιτευχθεί η λογιστική μείωση του ελλείμματος, είναι πραγματική ανοησία…» (όπως δήλωσε και ο νομπελίστας οικονομολόγος Τζ. Στίγκλιτζ, σύμβουλος του Πρωθυπουργού, σε πρόσφατη συνέντευξή του).  

 

Η Ν.Δ. έχει έγκαιρα αναδείξει τις αδυναμίες του ακολουθούμενου μείγματος οικονομικής πολιτικής. Έχει καταθέσει συγκεκριμένο Σχέδιο για την έξοδο από την κρίση και την ταχύτερη αποδέσμευση από το «Μνημόνιο». Σχέδιο που επιδιώκει την ταυτόχρονη αντιμετώπιση ελλείμματος και χρέους, ώστε να επιτευχθεί η επανεξέταση των όρων του Μνημονίου και η πιθανή αποδέσμευση απ’ αυτό έπειτα από μια διετία. Προτείνει, συγκεκριμένα, τον απαραίτητο συγκερασμό μέτρων δημοσιονομικής προσαρμογής και πολιτικών στήριξης της ανάταξης της πραγματικής οικονομίας. Η υιοθέτηση μόνο περιοριστικών μέτρων, όπως κάνει σήμερα η Κυβέρνηση, μειώνει το διαρθρωτικό, αλλά αυξάνει το κυκλικό έλλειμμα, με την ύφεση που προκαλείται. Για να μειωθεί, συνεπώς, το συνολικό έλλειμμα, πρέπει να συνδυαστούν τα περιοριστικά μέτρα (όχι τέτοιας έντασης και σύνθεσης), χωρίς να ληφθούν πρόσθετα (όπως προβλέπει το «Μνημόνιο»), με μέτρα καταπολέμησης της ύφεσης, με αντικυκλικές πολιτικές που θα δώσουν «οξυγόνο» στην αγορά και στους πολίτες. Παράλληλα, κρίνεται επιτακτική για την ευρύτερη ανάταξη της ελληνικής Οικονομίας η προώθηση αφενός γενναίων διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων με μακροπρόθεσμο ορίζοντα απόδοσης και στόχο την ενίσχυση της εγχώριας ανταγωνιστικότητας και αφετέρου πολιτικών άμεσης συρρίκνωσης του δημοσίου χρέους με βασικό άξονα την αξιοποίηση της ακίνητης περιουσίας του δημοσίου. Τα προαναφερθέντα συστατικά δεν καθιστούν το Σχέδιο της Ν.Δ. ένα σχέδιο χωρίς θυσίες. Το καθιστούν, όμως, ένα σχέδιο με λιγότερες και δίκαιες θυσίες, θυσίες που αντέχει η Κοινωνία και η Οικονομία, θυσίες που είναι περισσότερο συμβατές με την ελληνική πραγματικότητα και που θα πιάσουν τόπο.