Εισήγηση στην Επιτροπή Οικονομικών Υποθέσεων για την «Εποπτεία Ιδιωτικής Ασφάλισης»

Εισήγηση στην Επιτροπή Οικονομικών Υποθέσεων για την «Εποπτεία Ιδιωτικής Ασφάλισης»

Κυρίες και Κύριοι Συνάδελφοι,

Με το Σχέδιο Νόμου επιδιώκεται, μεταξύ άλλων, η υπαγωγή της εποπτείας του ασφαλιστικού κλάδου στην Τράπεζα της Ελλάδος, η αντιμετώπιση του ζητήματος των εταιρειών του Ομίλου ΑΣΠΙΣ, και η σύσταση εγγυητικού κεφαλαίου ασφάλισης ζωής.

 

Ως προς την πρώτη επιδίωξη, με τις προτεινόμενες διατάξεις η Κυβέρνηση επιλέγει την κατάργηση της ΕΠΕΙΑ και την υπαγωγή της εποπτείας του ασφαλιστικού κλάδου στην Τράπεζα της Ελλάδος.

Έτσι, το εγχώριο εποπτικό πλαίσιο των τριών πυλώνων – μία εποπτική αρχή ανά χρηματοπιστωτική αγορά – αναμένεται να μετατραπεί σ’ ένα πλαίσιο δύο εποπτικών φορέων (ΤτΕ και Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς).

Επιλέγοντας η Κυβέρνηση, όπως αναφέρει και η Αιτιολογική Έκθεση του Σχεδίου Νόμου «την προφανώς δόκιμη και συνάδουσα με την τάση της διεθνούς πρακτικής λύση.»

Είναι όμως αυτή η διεθνής πρακτική;

Σήμερα, σε πανευρωπαϊκό επίπεδο, ενοποιημένη εποπτική αρχή για τον τραπεζικό και ασφαλιστικό κλάδο, υπό την Κεντρική Τράπεζα, συναντάμε μόνο στη Γαλλία, και μάλιστα αυτό θεσμοθετήθηκε πολύ πρόσφατα, στις αρχές του 2010.

Σε καμία άλλη Ευρωπαϊκή χώρα. Σύμφωνα μάλιστα με πρόσφατη μελέτη του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου, τέτοια αρχή υπάρχει μόνο στον Καναδά, στην Κολομβία, στο Εκουαδόρ, στο Ελ Σαλβαδόρ, στη Γουατεμάλα, στη Μαλαισία, στο Περού και στη Βενεζουέλα.

Αυτό που συναντάται στις περισσότερες χώρες είναι η ενοποιημένη εποπτεία για όλο το χρηματοπιστωτικό σύστημα, ή το παραδοσιακό μοντέλο θεσμικής εποπτείας ανά αγορά, όπως ισχύει σήμερα και στη χώρα μας.

Η λογική όμως της ενοποιημένης εποπτείας παρουσιάζει έντονα σημάδια κριτικής, και αποδόμησης σε ορισμένες περιπτώσεις, μετά και τις εξελίξεις στο Βρεττανικό κανονιστικό πλαίσιο.

Πλαίσιο το οποίο κατακρίθηκε για υπερσυγκεντρωτισμό, αδυναμία αντιμετώπισης της κρίσης με αποτελεσματικότητα, αδυναμία επίτευξης των προσδοκόμενων οικονομιών κλίμακος και φάσματος για τις οποίες είχε δημιουργηθεί.

Έτσι, το κανονιστικό πλαίσιο του Ηνωμένου Βασιλείου, το οποίο αποτέλεσε ένα από τα χαρακτηριστικότερα παραδείγματα ενοποιημένου εποπτικού καθεστώτος και μεταρρυθμιστικό σημείο αναφοράς για πολλά άλλα καθεστώτα, διασπάται από το 2012, – μετά και την πρόσφατη απόφαση των εκεί αρχών – στο Financial Policy Committee της Τράπεζας της Αγγλίας που επωμίζεται τη μακροπροληπτική εποπτεία, στην Prudential Regulation Authority υπό το Διοικητή της Τράπεζας της Αγγλίας που εστιάζει στη μικροπροληπτική εποπτεία, και της Consumer Protection and Markets Authority που επικεντρώνεται, μεταξύ άλλων, στους κανόνες επιχειρηματικής συμπεριφοράς (conduct-of-business).

Έτσι ενισχύεται η ιδέα ενός εποπτικού πλαισίου που δομείται σύμφωνα με τους στόχους, και όχι σύμφωνα με τις επιμέρους αγορές.

Ένος εποπτικού πλαισίου με χαρακτηριστικότερη διάσταση αυτού το μοντέλων των «δίδυμων κορυφών» [twin (Ολλανδία), three or four (Αυστραλία) peaks], το οποίο εδράζεται στην διάκριση ανάμεσα στην προληπτική εποπτεία και την εποπτεία των κανόνων συμπεριφοράς οριζόντια για όλους τους χρηματοοικονομικούς κλάδους.

Σύμφωνα με το μοντέλο αυτό, δημιουργούνται δύο εποπτικές αρχές, μια για την προληπτική εποπτεία όλων των χρηματοοικονομικών επιχειρήσεων (όπου εμπλέκεται και η Κεντρική Τράπεζα) και μία για την εποπτεία των κανόνων συμπεριφοράς.

Ως εποπτεία των κανόνων συμπεριφοράς νοείται πλέγμα ρυθμίσεων κανόνων δημοσίου δικαίου, οι οποίοι αποσκοπούν στην προστασία του λήπτη χρηματοοικονομικών υπηρεσιών, καταναλωτή ή επαγγελματία.

Ωστόσο, και πέρα από τα ανωτέρω, αυτό που καταδεικνύει η ευρύτερη ανάλυση της διαμόρφωσης της χρηματοπιστωτικής εποπτείας είναι πως δεν υπάρχει ενδεδειγμένη πρακτική.

Μάλιστα μελέτη του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου (Abrams και Taylor, 2000) καταλήγει στο συμπέρασμα ότι η διάρθρωση του κανονιστικού συστήματος πρέπει να αντανακλά τη διάρθρωση των αγορών που διέπονται από αυτό.

Συνεπώς, θα μπορούσαν να προκύψουν 2 εναλλακτικές λύσεις για την ελληνική περίπτωση:

1η. Η καθοριστική ενδυνάμωση της Αρχής που διέπει την αγορά ιδιωτικής ασφάλισης με την ενίσχυση της κανονιστικής και εποπτικής αξιοπιστίας και τη δημιουργία των προϋποθέσεων για την ανάπτυξη της εν λόγω αγοράς, η οποία αναμένεται να αποκτήσει ιδιαίτερη δυναμική μετά και τις εξελίξεις στο ασφαλιστικό σύστημα της χώρας.

Άλλωστε το ρυθμιστικό και εποπτικό έργο της Επιτροπής, που δημιουργήθηκε από την προηγούμενη Κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ την οποία η σημερινή καταργεί, κρίνεται θετικό, αν και αυτό ξεκίνησε με καθυστέρηση.

2η. Η μεταφορά ενός μοντέλου των «δίδυμων» κορυφών στην ελληνική πραγματικότητα, που θα σήμαινε τη μεταφορά του συνόλου της χρηματοοικονομικής εποπτείας (εταιρείες της κεφαλαιαγοράς, της αγοράς ιδιωτικής ασφάλισης, και της τραπεζικής αγοράς) στην ΤτΕ και την μετατροπή της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς, ή τη δημιουργία μιας άλλης Επιτροπής, σε Επιτροπής Εποπτείας των Κανόνων Συμπεριφοράς για όλο το χρηματοπιστωτικό σύστημα, δηλαδή την ανάθεση σε αυτήν της εποπτείας των κανόνων αυτών, και για τον τραπεζικό και ασφαλιστικό κλάδο.

Πέραν της σκοπιμότητας για κατάργηση ή μη της ΕΠΕΙΑ, εκείνο το οποίο οφείλουμε να επισημάνουμε, και το αναφέρει και η ΟΚΕ στη γνώμη της, είναι ότι θα πρέπει να διασφαλισθεί ο αδιάλειπτος χαρακτήρας του εποπτικού ελέγχου της εγχώριας αγοράς ιδιωτικής ασφάλισης.

Η δεύτερη επιδίωξη της Κυβέρνησης είναι η αντιμετώπιση του ζητήματος των εταιρειών του Ομίλου ΑΣΠΙΣ η οποία έχει χρονίσει στα χέρια της Κυβέρνησης, παρότι υπήρχε νομοθετικό πλαίσιο επαρκές και εξουσιοδοτήσεις ικανές να επιλύσουν το θέμα.

Η πραγματικότητα είναι ότι χρησιμοποιήθηκε από την Κυβέρνηση μία εικασία, ότι δηλαδή το ισχύον νομοθετικό πλαίσιο ίσως να ήταν αντικοινοτικό εάν εφαρμοζόταν.

Βέβαια από τις απαντήσεις των αρμοδίων οργάνων δεν απορρέει κάτι τέτοιο.

Ίσα ίσα, ο Επίτροπος κ. Μπαρνιέ, σε Ερώτηση του κ. Χουντή, ανέφερε ότι σύμφωνα με τα στοιχεία που διαβιβάστηκαν στις ελληνικές αρχές το ελληνικό δημόσιο δύναται να χορηγήσει υπό προϋποθέσεις εγγύηση υπέρ του αναδόχου του ασφαλιστικού χαρτοφυλακίου ζωής ή σε περίπτωση απουσίας τέτοιου αναδόχου εγγύηση απευθείας υπέρ των ασφαλιζομένων.

Και χρησιμοποιήθηκε αυτή η εικασία ακριβώς για να συγκαλυφθεί η αδράνεια και η απραξία, η οποία οδήγησε τα χαρτοφυλάκια ζωής των εταιρειών αυτών σε πλήρη απαξίωση και τους ασφαλισμένους τους σε τέλεια απόγνωση.

Η Κυβέρνηση ανέλαβε τα καθήκοντά της τον Οκτώβριο του 2009, μόλις ένα μήνα μετά την ανάκληση της άδειας λειτουργίας της ΑΣΠΙΣ ΑΕΓΑ.

Βρήκε έτοιμο το υποτιθέμενο αντικοινοτικό πλαίσιο και εξέδωσε και κανονιστική απόφαση επ’ αυτού, την οποία, όμως, στην πραγματικότητα, δεν εφάρμοσε.

Και δεν την εφάρμοσε γιατί, όπως φαίνεται και από το παρόν Σχέδιο Νόμου, απαιτούνται άλλοι έξι μήνες (αρθρ. 2 παρ. 2) για την επιμέτρηση του ανοίγματος του χαρτοφυλακίου ζωής της ΑΣΠΙΣ ΑΕΓΑ, όταν έχουν περάσει ήδη 8 μήνες από τον διορισμό του τελευταίου, και ήδη σήμερα αρμόδιου, Επόπτη.

Διαπίστωσε δε η Κυβέρνηση, κατά τις δηλώσεις της, οι οποίες έγιναν διά στόματος του Υφυπουργού, ήδη τον Νοέμβριο του 2009, ότι το υφιστάμενο νομοθετικό πλαίσιο, ίσως, πιθανόν, χωρίς να επιβεβαιώνεται αλλά αντιθέτως να διαψεύδεται από τα αρμόδια κοινοτικά στελέχη, να είναι αντικοινοτικό.

Και τι έπραξε για να το διορθώσει; Τίποτα.

Δεν έσπευσε καν να διορθώσει το δήθεν αντικοινοτικό νομοθετικό πλαίσιο και να θεσπίσει άλλο, που, τέλος πάντων, να επιλύει το θέμα.

Δικαίως λοιπόν φοβάται σήμερα για την αστική ευθύνη του Δημοσίου, που θεμελιώνουν οι δικές της ενέργειες.

Παράλογα βέβαια,  εντελώς επικίνδυνα για τα συμφέροντα του Δημοσίου αλλά και παρανόμως, προβαίνει σε δήλωση αποδοχής της ευθύνης της στο αρθρ. 2 παρ. 3(θ) του Σχεδίου Νόμου ενώ μάλιστα επιδιώκει, με αυτήν την μεθόδευση, να απαλλαγεί από την ευθύνη αυτή, προφανώς ατελέσφορα μετά τις διαδοχικές και διαρκείς παραλείψεις της.

Ας δούμε όμως την πρόταση, όπως καταγράφεται στο αρθρ. 2 του Σχεδίου Νόμου: 

Στον Επόπτη Χαρτοφυλακίου, ο οποίος έχει δαπανήσει ήδη 8 μήνες για την μία εταιρεία (ΑΣΠΙΣ ΑΕΓΑ) και 4 μήνες για την άλλη εταιρεία (Commercial Value) παρέχεται περαιτέρω, χωρίς καμία ειδικότερη αιτιολογία, διάστημα έξι μηνών.

Να κάνει τι; Προφανώς να συνεχίσει την αργή διαδικασία επιμέτρησης του ανοίγματος των εταιρειών αυτών, με τα έξοδα εκκαθάρισης να πολλαπλασιάζονται.

Πώς θα λειτουργήσουν τα χαρτοφυλάκια στο διάστημα αυτό;

Πώς θα εξυπηρετηθούν οι ασφαλισμένοι; Δεν θα εξυπηρετηθούν.

Για τους μεν ασφαλισμένους ζωής, αναστέλλεται κάθε εξαγορά ή καταβολή ασφαλίσματος, για τους δε ασφαλισμένους υγείας, που είναι εκείνοι που είναι τόσο γέροι ή ανήμποροι που δεν μπορούν να ασφαλιστούν αλλού και έχουν μείνει δέσμιοι στο χαρτοφυλάκιο των εταιρειών αυτών, εάν δεν έχουν κοινωνική ασφάλιση (πράγμα απίθανο, αφού η κοινωνική ασφάλιση είναι υποχρεωτική στην χώρα), θα νοσηλευθούν δωρεάν στα δημόσια νοσοκομεία. Δηλαδή για έξι μήνες, μηδέν εις το πηλίκον και η απραξία συνεχίζεται.

Και ερωτάται η Κυβέρνηση: γιατί ο Επόπτης δεν έχει ολοκληρώσει την επιμέτρηση και τακτοποίηση των χαρτοφυλακίων, όπως άλλωστε προέβλεπε και η Υπουργική Απόφαση, που εσείς εκδώσατε;

Εάν ο Επόπτης βρει ανάδοχο στο διάστημα αυτό του εξαμήνου, δεν ισχύουν τα κριτήρια επιλογής και οι, δήθεν διασφαλιστικές για τους ασφαλισμένους, διαδικασίες των παραγράφων 3 και 4 του άρθρου 2 του Σχεδίου Νόμου; Γιατί;

Μετά το πέρας λοιπόν του εξαμήνου και αφού έχει απαξιωθεί απολύτως και το χαρτοφυλάκιο και της δεύτερης ανακληθείσας εταιρείας, δηλαδή της Commercial Value (το χαρτοφυλάκιο της ΑΣΠΙΣ ΑΕΓΑ έχει ήδη σήμερα απαξιωθεί απολύτως) και αφού έχει καταργηθεί κάθε έννοια ασφαλιστικών μαθηματικών που να καθιστά τα χαρτοφυλάκια μεταβιβάσιμα, το Σχέδιο Νόμου προβλέπει μία τόσο πολύπλοκη διαδικασία, που πραγματικά σου δίνει την εντύπωση ότι η λύση επετεύχθη. Αρκεί να μην την διαβάσεις.

 Γιατί εάν την διαβάσεις, παρατηρείς ότι η προτεινόμενη λύση είναι η εξής: Γίνεται νέα, τρίτη προσπάθεια πώλησης των χαρτοφυλακίων. Αυτή την φορά υπό την αιγίδα της Τράπεζας της Ελλάδος. Μπαίνουν κριτήρια, διαδικασίες, δεδομένα, αιρέσεις, εγκρίσεις κ.λ.π. αλλά τελικά ο παρανομαστής παραμένει ίδιος. Εάν η μεταβίβαση δεν επιτευχθεί (που εάν ήταν να επιτευχθεί θα είχε επιτευχθεί ήδη ή, τέλος πάντως, θα επιτευχθεί εντός εξαμήνου από τον επόπτη, εκτός και εάν υποθέσει κανείς ότι ο επόπτης παραβαίνει τα καθήκοντά του και δεν επιμελείται της εξεύρεσης αναδόχου όλους αυτούς τους μήνες τώρα, οπότε τι συζητάμε για αστική ευθύνη του κράτους), εάν, τέλος πάντων, η μεταβίβαση δεν επιτευχθεί, τότε το χαρτοφυλάκιο εκκαθαρίζεται. Δηλαδή καταλήγουμε στα ίδια μετά από αρκετούς μήνες και με πολλές επίσημες διαδικασίες.

Ενδιαφέρον είναι και τι προβλέπει το Σχέδιο Νόμου, εάν τελικά επιτευχθεί η πολυπόθητη μεταβίβαση: Ο ανάδοχος θα παραλάβει ένα χαρτοφυλάκιο, που πιθανότατα τον καθιστά αφερέγγυο αμέσως μετά την παραλαβή του αλλά οι ασφαλισμένοι μπορούν να αντιταχθούν. Ενδιαφέρον και πολύ δίκαιο.

Και εάν αντιταχθούν, τι γίνεται;

Βελτιώνονται οι συνθήκες αναδοχής; Όχι.

Απλώς οι απαιτήσεις τους πάνε, πάλι, στην εκκαθάριση.

Αλλά ας πούμε ότι όλα πήγανε καλά και ο ανάδοχος ευρέθη. Τότε, η Τράπεζα της Ελλάδος, που γενικώς κινεί την διαδικασία, μπορεί να μην εγκρίνει την μεταβίβαση, για αγνώστους λόγους.

Έχει ένα έτος να το αποφασίσει σύμφωνα με την παρ. 5 του εν λόγω άρθρου 2 του Σχεδίου Νόμου.

Εάν τελικώς δεν εγκρίνει, πάλι η εκκαθάριση είναι η λύση.

Εάν όμως πάνε τελικά ΟΛΑ καλά, δηλαδή εάν βρεθεί ο ανάδοχος, δεν καταστεί αφερέγγυος από την ανάληψη του χαρτοφυλακίου, συναινέσουν οι ασφαλισμένοι και εγκρίνει και η Τράπεζα της Ελλάδος, τότε, θα έχει, τουλάχιστον τυπικά, διευθετηθεί το θέμα.

Άλλο λεφτά δεν θα μπορούν οι ασφαλισμένοι να εισπράξουν για μία διετία τουλάχιστον. Δεν θα μπορούν να διαμαρτυρηθούν κατά του Δημοσίου. Αφού υπέγραψαν!

Εάν όμως, κ Υπουργέ, είχατε σήμερα ανάδοχο, σας εμποδίζει κάτι, να πιέσετε τον επόπτη να επιμετρήσει το χαρτοφυλάκιο στα όρια που ο νόμος προβλέπει και να του το μεταβιβάσετε;

Δεν προβλέπεται σήμερα στην Υπουργική Απόφαση η αναμόρφωση των απαιτήσεων των ασφαλισμένων, που συνιστά και στο Σχέδιο Νόμου το όριο της ανάληψης ευθύνης του αναδόχου;

Και εάν τελικά δεν υπάρχει ανάδοχος, όλα γίνονται για να παραπεμφθούν τα πολύπαθα αυτά χαρτοφυλάκια στην εκκαθάρισή τους, χρειάζεται να ξοδέψουμε επιπλέον από 6 έως 18 μήνες εκκαθάρισης και εξόδων, για να μην μείνει τελικά τίποτα για τους ασφαλισμένους;

Και τέλος, κύριε υπουργέ, πότε θα μας πείτε για την ταμπακέρα; Γιατί με το Σχέδιο Νόμου δεν μας λέτε τίποτα; Έστω ότι οι τυμπανοκρουσίες αποτύχουν ( το πιθανότερο) και ευλογίες για δήθεν απαλλαγή σας από την αστική ευθύνη δεν δοθούν από τους ασφαλισμένους (επίσης το πιθανότερο), ποιος θα πληρώσει τους ασφαλισμένους στην εκκαθάριση; Τι θα πάρουν εν τέλει αυτοί οι άνθρωποι, πότε και από ποιον;

Ως προς την τρίτη επιδίωξη, όσον αφορά τώρα τη θέσπιση Εγγυητικού Κεφαλαίου Ζωής είναι γνωστό ότι μέχρι σήμερα, ο ασφαλιστικός κλάδος στερείται παντελώς εγγυητικού κεφαλαίου για την κάλυψη των δραστηριοτήτων ασφάλισης ζωής.

Όμως οι πρόσφατες εξελίξεις στην ασφαλιστική αγορά, ανέδειξαν την ανάγκη δημιουργίας εγγυητικού κεφαλαίου ζωής, για την κάλυψη του συγκεκριμένου κενού.

Συνεπώς συμφωνούμε απολύτως με την δημιουργία εγγυητικού κεφαλαίου ζωής, το οποίο θα παρέχει κάλυψη στις περιπτώσεις που η ασφαλιστική επιχείρηση κηρύσσεται σε κατάσταση πτώχευσης, ή ανακαλείται η άδεια λειτουργίας της για παράβαση του νόμου.

Τέλος, η αναδρομική επιβάρυνση του υπό σύσταση Εγγυητικού Κεφαλαίου με ελλείμματα από ανακλήσεις αδειών που προηγούνται της σύστασής του προσκρούει και σε νομικά εμπόδια, καθ΄ότι παραβιάζει θεμελιώδεις αρχές προστατευόμενες από το Σύνταγμα, όπως η αρχή της ισότητας και της ιδιοκτησίας.

Αναφορικά με την κάλυψη που περιέχει το Ε.Κ.Ζ. δηλαδή ίση με το 100% κάθε ασφαλιστικής αποζημίωσης και μέχρι του ύψους των 25.000€ ανά ασφαλισμένο, άποψη της ΟΚΕ είναι να αυξηθεί το ανώτατο ποσό της κάλυψης στα 30.000€, όπως ισχύει και στο Συνεγγυητικό Κεφαλαίο Εξασφάλισης Επενδυτικών Υπηρεσιών.

Η επιβολή εισφοράς σε ποσοστό 1,5% κρίνεται υπερβολική και αυθαίρετα υψηλή ακόμη και συγκρινόμενη με τις αντίστοιχες ευρωπαϊκές επιβαρύνσεις, καθιστώντας το ασφαλιστικό προϊόν μη ανταγωνιστικό. Βάσει έρευνας που διεξήχθη από την εταιρία Oxera για λογαριασμό της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, τα σχετικά ποσοστά ανέρχονται σε πολύ χαμηλότερα επίπεδα.

Και κάτι ακόμη: ο καθορισμός του ποσοστού που θα εισφέρουν οι ασφαλιστικές επιχειρήσεις μήπως προσκρούει σε δεδομένα του Κοινοτικού Δικαίου σύμφωνα με τα οποία δεν μπορεί η εισφορά από ασφαλιστικές επιχχειρήσεις σε Επικουρικό Κεφάλαιο να υπερβαίνει το 0,20% των ασφαλίσεων ζωής;