Ομιλία στo DIGITAL ECONOMY FORUM «Χρηματοπιστωτικός Τομέας»

Ομιλία στo DIGITAL ECONOMY FORUM «Χρηματοπιστωτικός Τομέας»

Κυρίες και Κύριοι,

Θα ήθελα να ευχαριστήσω το Σύνδεσμο Επιχειρήσεων Πληροφορικής & Επικοινωνιών Ελλάδας για την πολύ τιμητική πρόσκληση που μου απήυθυνε να παραστώ στις εργασίες του Συνεδρίου που διοργανώνει με την ευκαιρία της συμπλήρωσης 15 ετών από την ίδρυσή του και να καταθέσω ορισμένες σκέψεις σχετικά με το ρόλο, τις ευκαιρίες και τις προκλήσεις που αντιμετωπίζει σήμερα ο χρηματοπιστωτικός τομέας στην Ελλάδα.

Είμαι βέβαιος, διατρέχοντας τους Ομιλητές του Συνεδρίου και τη θεματολογία του, ότι κατά τη διάρκειά του θα κατατεθούν ρεαλιστικοί προβληματισμοί, θα αναπτυχθούν γόνιμες σκέψεις, θα ακουστούν υπεύθυνες θέσεις, θα εξαχθούν χρήσιμα συμπεράσματα.

 

Κυρίες και Κύριοι,

Τις τελευταίες τρεις δεκαετίες σημειώθηκαν ραγδαίες αλλαγές στην παγκόσμια οικονομία προς την κατεύθυνση του εκσυγχρονισμού και της διεθνοποίησης του χρηματοπιστωτικού συστήματος, πυρήνας του οποίου είναι ο τραπεζικός τομέας.

Τόσο η θεωρία όσο και οι εμπειρικές μελέτες και η πρακτική συγκλίνουν στη διαπίστωση ότι η εύρυθμη λειτουργία του τραπεζικού τομέα, ιδιαίτερα σε τραπεζοκεντρικές χώρες (bank-based countries), όπως είναι η Ελλάδα, αποτελεί προϋπόθεση για την υγιή ανάπτυξη της οικονομίας και την αποτελεσματική κατανομή των οικονομικών πόρων.

Από τα μέσα της δεκαετίας του 1980 καταβλήθηκαν συστηματικές προσπάθειες για τον εκσυγχρονισμό του ελληνικού τραπεζικού συστήματος, το οποίο χαρακτηρίζονταν, μέχρι τότε, από έντονες στρεβλώσεις και εγγενείς αδυναμίες.

Οι βασικοί παράγοντες που συνέβαλαν στο μετασχηματισμό και στην προσαρμογή του στις συνθήκες που διαμορφώθηκαν στην ενοποιημένη ευρωπαϊκή χρηματοπιστωτική αγορά ήταν:

  1. Η θεσμική απελευθέρωση του τραπεζικού συστήματος, με την κατάργηση των διοικητικών περιορισμών στις τιμές, στις ποσότητες και στη διάρθρωση του πιστωτικού τομέα.
  2. Η μεταβολή του πλαισίου κανόνων και εποπτείας των τραπεζών, με την απορρύθμιση βασικών πτυχών λειτουργίας του τραπεζικού συστήματος.
  3. Η ενίσχυση των ρυθμών ανάπτυξης της ελληνικής οικονομίας και η επίτευξη μακροοικονομικής σταθερότητας, με την εμφάνιση και διατήρηση χαμηλών επιτοκίων, τόσο σε ονομαστικούς όσο και σε πραγματικούς όρους. 
  4. Η ταχεία τεχνολογική πρόοδος στον τομέα των επικοινωνιών και της πληροφορικής, η αυξανόμενη ενοποίηση των διεθνών αγορών χρήματος και κεφαλαίου, καθώς και οι μεταβολές των αναγκών των επιχειρήσεων και των νοικοκυριών για τραπεζικά προϊόντα και υπηρεσίες. 

Αυτές οι θεμελιώδεις δυνάμεις μεταμόρφωσαν τον χρηματοοικονομικό τομέα,  διαμόρφωσαν το περιβάλλον λειτουργίας των χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων στην Ελλάδα, και επέδρασαν καθοριστικά στη μεσοπρόθεσμη στρατηγική των πιστωτικών οργανισμών.

Τα βασικά στοιχεία που χαρακτηρίζουν το ελληνικό τραπεζικό σύστημα τα τελευταία χρόνια είναι:

1ον. Η ταχεία πιστωτική επέκταση, κυρίως στους τομείς της λιανικής τραπεζικής.

2ον. Η μεταβολή στη δομή και μορφολογία των λειτουργικών εσόδων των τραπεζών (έμφαση στα οργανικά έσοδα).

3ον. Η προσπάθεια συγκράτησης του λειτουργικού κόστους (μεταξύ άλλων, με την αναδιάρθρωση οργανωτικών δομών και δικτύων, την ανάπτυξη της τεχνολογίας και την εφαρμογή διαδικασιών κεντροποίησης εργασιών).

4ον. Η μεταβολή στο ιδιοκτησιακό καθεστώς των τραπεζών, η εγκατάσταση και έναρξη λειτουργίας νέων τραπεζικών ιδρυμάτων και η πραγματοποίηση εγχώριων εξαγορών και συγχωνεύσεων.

5ον. Η επέκταση των Ελληνικών τραπεζών στις χώρες της ΝΑ Ευρώπης, είτε οργανικά είτε μέσω εξαγορών και συγχωνεύσεων.

6ον. Η διεύρυνση της γκάμας των προσφερόμενων προϊόντων και υπηρεσιών. Στην δημιουργία και διάχυση των νέων προϊόντων, εκτός των εναλλακτικών δικτύων διανομής και της χρήσης της τεχνολογίας, σημαντική είναι η συμβολή των διαρκώς εξελισσόμενων συστημάτων αξιολόγησης πελατών, η ενοποίηση διαφορετικών συστημάτων πληροφόρησης (data warehouse) και η αξιοποίηση των εργαλείων της χρηματοοικονομικής μηχανικής (financial engineering).

 

Αυτές οι εξελίξεις τόνωσαν το επίπεδο του ανταγωνισμού στο ελληνικό τραπεζικό σύστημα, διεύρυναν τις πηγές κερδοφορίας των πιστωτικών ιδρυμάτων, και ενίσχυσαν τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα.

Ως αποτέλεσμα, ενώ σε πολλές χώρες διεθνώς η κρίση εκδηλώθηκε αρχικά στο τραπεζικό σύστημα και μεταφέρθηκε στη συνέχεια στην πραγματική οικονομία, στην Ελλάδα η κατεύθυνση ήταν αντίθετη.

Το τραπεζικό σύστημα κατέληξε να αντιμετωπίζει δυσχέρειες, κυρίως, ρευστότητας όταν εκδηλώθηκε η κρίση δανεισμού της χώρας.

Το αποτέλεσμα είναι, σήμερα, μια σειρά από παράγοντες να δημιουργούν ανησυχίες, να εγκολπώνουν αβεβαιότητες και να εγκυμονούν κινδύνους για το Ελληνικό τραπεζικό σύστημα.

Ανησυχίες όπως είναι:

1ον. Οι αβεβαιότητες του διεθνούς περιβάλλοντος και της βιωσιμότητας της οικονομικής ανάκαμψης.

2ον. Η επιβράδυνση του ρυθμού οικονομικής μεγέθυνσης.

3ον. Η εξασθένιση του ρυθμού πιστωτικής επέκτασης προς τον ιδιωτικό τομέα (+4,2% το Δεκέμβριο του 2009 / +3,8% τον Ιανουάριο του 2010) εξαιτίας του περιορισμού τόσο της ζήτησης (αναβολή επενδυτικών σχεδίων, μείωση πωλήσεων και παραγωγής, επιδείνωση οικονομικού κλίματος, επιφυλακτικότητα στην αγορά ακινήτων), όσο και της προσφοράς τραπεζικών πιστώσεων (προσεκτικότερη πιστοδοτική πολιτική).

4ον. Η επιδείνωση της χρηματοοικονομικής κατάστασης των επιχειρήσεων και των νοικοκυριών.

5ον. Η χειροτέρευση, η οποία σήμερα διευρύνεται, της ποιότητας του δανειακού χαρτοφυλακίου των τραπεζών (ο λόγος των δανείων σε καθυστέρηση προς το σύνολο των δανείων ανήλθε στο 7,7% το Δεκέμβριο του 2009 από 5% το Δεκέμβριο του 2008).

6ον. Η υποχώρηση του ποσοστού κάλυψης των δανείων σε καθυστέρηση από τις συσσωρευμένες προβλέψεις (στο 41,5% το Δεκέμβριο του 2009, από 49% το Δεκέμβριο του 2008).

7ον. Η αύξηση του λόγου των «καθαρών» καθυστερήσεων (δηλαδή της διαφοράς μεταξύ των δανείων σε καθυστέρηση και των συσσωρευμένων προβλέψεων για τον πιστωτικό κίνδυνο) προς το σύνολο των εποπτικών ιδίων κεφαλαίων (στο 38% το Δεκέμβριο του 2009 από 26% το Δεκέμβριο του 2008).

8ον. Τα χρηματοδοτικά ανοίγματα των ελληνικών τραπεζών στο εξωτερικό.

9ον. Η επιβράδυνση του ετήσιου ρυθμού ανόδου των καταθέσεων εξαιτίας της φυγής καταθέσεων προς το εξωτερικό και της μείωσης της, όποιας, αποταμίευσης των ελληνικών νοικοκυριών λόγω της Οικονομικής αβεβαιότητας και των Κυβερνητικών παλινωδιών.

10ον. Ο περιορισμός της πρόσβασης των τραπεζών στις πηγές χρηματοδότησης (οι τράπεζες έχουν απωλέσει τη χονδρική αγορά [wholesale market] από το τέλος του 2009) και η αύξηση του κόστους δανεισμού εξαιτίας της υποβάθμισης της πιστοληπτικής ικανότητας τόσο της χώρας όσο και των πιστωτικών ιδρυμάτων από τους διεθνείς οίκους αξιολόγησης.

O σχετικός προβληματισμός που μετριάστηκε σημαντικά μετά τη σημερινή ανακοίνωση της ΕΚΤ για αναστολή των κατώτατων ορίων πιστοληπτικής ικανότητας που αφορά όλους τους υπάρχοντες και νέους τίτλους «που εκδίδει ή για τους οποίους εγγυάται το ελληνικό Δημόσιο».

 

Κυρίες και Κύριοι,

Τα στοιχεία αυτά επιτάσσουν την ανάγκη συνετής και διορατικής διαχείρισης της κατάστασης από την Πολιτεία και τα πιστωτικά ιδρύματα, ενσωματώνοντας οι τελευταίες αυτά στο σχεδιασμό των στρατηγικών στόχων τους και στο επιχειρησιακό πρότυπο λειτουργίας τους.

Σε ένα τέτοιο οικονομικό περιβάλλον, η Πολιτεία οφείλει να λαμβάνει πρωτοβουλίες για την ενίσχυση της ροής των πιστώσεων στην αγορά και την αναθέρμανση της οικονομίας. Έτσι, προς αυτή την κατεύθυνση:

 

1ον. Η Κυβέρνηση της Ν.Δ. προχώρησε στη διοχέτευση ρευστότητας στην οικονομία (Ν. 3723/2008) μέσω της παροχής πακέτου στήριξης προς τα πιστωτικά ιδρύματα, ύψους 28 δισ. ευρώ (και το οποίο πήρε παράταση έως και το τέλος Ιουνίου του 2010).

Μέχρι το τέλος του 2009 η κεφαλαιακή ενίσχυση των τραπεζών είχε ανέλθει σε 3,8 δισ. ευρώ, η άντληση ρευστότητας μέσω της έκδοσης Ειδικών Ομολόγων του Ελληνικού Δημοσίου σε 4,6 δισ. ευρώ και η αξιοποίηση του μέτρου των εγγυήσεων σε 1 δισ. ευρώ.

Με αυτό τον τρόπο οι τράπεζες ενίσχυσαν την κεφαλαιακή τους επάρκεια λόγω της ποιοτικής και ποσοτικής βελτίωσης των εποπτικών ιδίων κεφαλαίων.

Έτσι η κεφαλαιακή βάση ενισχύθηκε από τα 24 δισ. ευρώ στα 33 δισ. ευρώ.

Στην κατεύθυνση αυτή βοήθησαν και η αύξηση του μετοχικού τους κεφαλαίου με την καταβολή μετρητών και η χρήση των κερδών που παρακρατήθηκαν λόγω της μη διανομής μερίσματος.

Η πρόσφατη απόφαση της Κυβέρνησης για τη χρονική επέκταση του πακέτου παροχής ρευστότητας της οικονομίας, με τα 17 δισ. ευρώ που δεν έχουν ενεργοποιηθεί, και η πρόθεση ποσοτικής επέκτασης του σκέλους των εγγυήσεων, έρχεται να επιβεβαιώσει, με τον πλέον ξεκάθαρο τρόπο, την ορθή πολιτική επιλογή της προηγούμενης Κυβέρνησης της Ν.Δ.

Επιλογή που αντιμετώπισε τη σφοδρότατη κριτική της τότε Αντιπολίτευσης, η οποία έφτασε σε ακραίες προσεγγίσεις περί «χαρίσματος των 28 δισ. ευρώ στους τραπεζίτες» και οι οποίες διαψεύσθηκαν από τον όγκο των αδιάθετων πόρων του πακέτου ρευστότητας.

Ενδεικτικό της αξίας του «πακέτου» ρευστότητας σήμερα είναι ότι μέχρι τις αρχές Απριλίου του 2010, και σύμφωνα με τα στοιχεία της Τράπεζας της Ελλάδος, υποβλήθηκαν αιτήσεις από ορισμένες τράπεζες για άντληση ρευστότητας ύψους 2,4 δισ. ευρώ μέσω των Ειδικών Ομολόγων και 8,9 δισ. ευρώ μέσω των εγγυήσεων. Εκτιμάται ότι μέχρι το τέλος Ιουνίου του 2010 θα χρησιμοποιηθεί το σύνολο του αρχικά προβλεπόμενου ποσού των 28 δισ. ευρώ.

 

2ον. Η Κυβέρνηση της Ν.Δ. προχώρησε και σε μια σειρά μέτρων για την προστασία των συναλλασσόμενων με τα πιστωτικά ιδρύματα, όπως είναι η αύξηση της νομικής εγγύησης των καταθετών και η προστασία των δανειοληπτών.

 

3ον. Η Κυβέρνηση του ΠΑ.ΣΟ.Κ. προχώρησε, και αναμένεται να ολοκληρώσει και για τα νοικοκυριά, τη νομοθετική πρωτοβουλία για τη ρύθμιση χρεών φυσικών και νομικών προσώπων προς τα πιστωτικά ιδρύματα και τη χαλάρωση των κριτηρίων επεξεργασίας δεδομένων οικονομικής συμπεριφοράς.

Νομοθετική πρωτοβουλία την οποία η Ν.Δ., υπό την παρούσα δυσμενή οικονομική συγκυρία, στήριξε, παρά τις επισημάνσεις που έκανε ως Αξιωματική Αντιπολίτευση και τη γνώμη που διατύπωσε η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα.

Και αυτό γιατί η επέκταση της ρύθμισης χρεών, εκτός από τις ληξιπρόθεσμες, και στις ενήμερες οφειλές, θα ενισχύσει τον ηθικό κίνδυνο (δηλαδή τη δημιουργία κινήτρων για τη μη εξυπηρέτηση χρεών) και δύναται να επιδράσει αρνητικά στη ρευστότητα και στην κεφαλαιακή επάρκεια των τραπεζών, στο κόστος κεφαλαίου και στην πιστωτική επέκταση.  

4ον. Η Κυβέρνηση προχωρά, μετά και από την υπόδειξη των «ελεγκτών» και αξιοποιώντας δανειακά κεφάλαια του πακέτου στήριξης, στη σύσταση Ταμείου Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας [Financial Stability Fund],  το οποίο θα μπορεί να παράσχει μέσω αγοράς προνομιούχων μετοχών, εφόσον χρειαστεί, κυρίως κεφάλαια και σπάνια και σε έκτακτες περιστάσεις ρευστότητα, με ποσό της τάξεως συνολικά των 10 δισ. ευρώ.

Πρόκειται για ένα Ταμείο, καταρχήν 7ετούς διάρκειας, το οποίο θα αποτελεί πρόσθετο «δίχτυ ασφάλειας» για τη σταθερότητα του χρηματοπιστωτικού συστήματος.

 

Κυρίες και Κύριοι,

Εκτός όμως από την Πολιτεία, και οι ελληνικές τράπεζες θα πρέπει να λάβουν σοβαρά υπόψη τις πρωτόγνωρες γι’ αυτές οικονομικές συνθήκες καθώς και τις επερχόμενες αλλαγές στο ρυθμιστικό πλαίσιο διεθνώς.

Έτσι, μεταξύ άλλων, απαιτείται από τις ίδιες:

1ον. Η συστηματική εξέταση, η διαρκής παρακολούθηση και η αποτελεσματική διαχείριση της φύσεως και του ύψους των κινδύνων που αναλαμβάνουν.

2ον. Η ενίσχυση των προβλέψεων για την κάλυψη του πιστωτικού κινδύνου και η διακράτηση σημαντικών περιθωρίων κεφαλαίων, πέρα από τα ελάχιστα που καθορίζουν οι εποπτικοί κανόνες.

3ον. Η βελτίωση των κανόνων εσωτερικού και εξωτερικού ελέγχου και διαφάνειας.

4ον. Η ενίσχυση, ποσοτική και ποιοτική, της κεφαλαιακής τους επάρκειας.

5ον. Η συνετή και με ευελιξία διαχείριση των εναλλακτικών πηγών χρηματοδότησης.

6ον. Η αναθεώρηση των κανόνων εταιρικής διακυβέρνησης και ιδιαίτερα του τρόπου εγκρίσεως των πάσης φύσεως αμοιβών και κινήτρων των στελεχών των χρηματοπιστωτικών οργανισμών. Σύμφωνα με την Τράπεζα της Ελλάδος, απαιτείται η υιοθέτηση ενός υγιούς πλαισίου για τα στελέχη του χρηματοπιστωτικού τομέα (remuneration policies), το οποίο θα ευθυγραμμίζει τα κίνητρα που τους προσφέρονται προς τις ανάγκες της οικονομίας γενικότερα.

7ον. Η υλοποίηση λύσεων λογισμικού με χαμηλό κόστος δαιχείρισης και συντήρησης που θα συμβάλλουν στη δημιουργία τυποποιημένων διαδικασιών για την επίτευξη καλύτερου ελέγχου του κόστους και των λογιστικών διαδικασιών και την ενίσχυση του χρόνου που αφιερώνεται σε διαδικασίες όπως είναι ο στρατηγικός σχεδιασμός, η αναγνώριση ευκαιριών και η ανάπτυξη νέων προϊόντων.

8ον. Η ενσωμάτωση των επερχόμενων αλλαγών στο ρυθμιστικό πλαίσιο διεθνώς. Όλες οι ενδείξεις δείχνουν ότι, με το νέο πλαίσιο κανόνων και εποπτείας, οι τράπεζες θα έχουν υψηλότερες ανάγκες για κεφάλαια και για ρευστότητα, διότι το νέο πλαίσιο θα αποβλέπει, μεταξύ άλλων, σύμφωνα και με την Τράπεζα της Ελλάδος:

  • στην καθιέρωση του δείκτη μόχλευσης ως συμπληρωματικού μέτρου για τον καθορισμό των κεφαλαιακών απαιτήσεων,
  • στη βελτίωση της ποιότητας και της διαφάνειας των βασικών ιδίων κεφαλαίων,
  • στο σχηματισμό αντικυκλικών κεφαλαιακών αποθεμάτων (counter-cyclical capital buffers) με τη μορφή πρόσθετων κεφαλαίων ή προβλέψεων για τον πιστωτικό κίνδυνο που θα αυξάνονται σε περιόδους ταχύτερης οικονομικής ανάπτυξης και θα μειώνονται σε περιόδους υποχώρησης της οικονομικής δραστηριότητας, και
  • στην καθιέρωση ελάχιστων απαιτούμενων επιπέδων βραχυπρόθεσμης και  μακροπρόθεσμης ρευστότητας.

 

Σε αυτή την κατεύθυνση η Τράπεζα της Ελλάδος θα πρέπει να ενισχύσει το πλαίσιο εποπτείας, κυρίως προληπτικής, του τραπεζικού συστήματος, με τη συχνότερη και πληρέστερη καταγραφή των στοιχείων και την επάνδρωση με εξειδικευμένο προσωπικό για τη διαχείριση των κινδύνων.

 

Κυρίες και Κύριοι,

Τα ανωτέρω όμως δεν επαρκούν για να αντιμετωπίσουν οι τράπεζες τη σημερινή δύσκολη συγκυρία.

Ο αποτελεσματικότερος παράγοντας, ο καταλύτης της σταθερότητας του τραπεζικού τομέα και του συνολικού χρηματοπιστωτικού συστήματος, θα είναι η παγίωση της εμπιστοσύνης των αγορών και της διεθνούς κοινότητας στις δημοσιονομικές προοπτικές της χώρας, και εκεί θα πρέπει να συμβάλλουμε όλοι μας.