Συνέντευξη στην Εφημερίδα Απογευματινή – “Όχι στην παρακράτηση του 8%”

Συνέντευξη στην Εφημερίδα Απογευματινή – “Όχι στην παρακράτηση του 8%”

Η Ελλάδα, αυτή την εβδομάδα, δανείστηκε και πάλι με υψηλό επιτόκιο. Τι δείχνει αυτή η πρώτη έκδοση μετά την απόφαση της Ευρωπαϊκής Ένωσης;

Το υψηλό κόστος δανεισμού, το περιορισμένο, σε σχέση με προηγούμενες εκδόσεις, ενδιαφέρον των επενδυτών (που επιβεβαιώθηκε και στην μεταγενέστερη επανέκδοση του 20ετούς ομολόγου), και η διεύρυνση των spreads επιβεβαιώνουν το γεγονός ότι η συμπεριφορά των αγορών δεν επηρεάζεται από αδικαιολόγητες θριαμβολογίες.

Επιβεβαιώνουν τη θέση της Αξιωματικής Αντιπολίτευσης ότι η απόφαση της Συνόδου Κορυφής θα πρέπει να αποτιμηθεί με νηφαλιότητα, περισυλλογή και περίσκεψη.

Γιατί αυτή η απόφαση δεν δικαιολογεί πανηγυρισμούς.

Αν κάτι παρέχει ανακούφιση στη χώρα μας είναι η αμιγώς ευρωπαϊκή πολιτική απόφαση της ΕΚΤ να παρατείνει, πέραν από το τέλος του έτους, τα ελαστικά κριτήρια αποδοχής ομολόγων ως ενέχυρο για τη χρηματοδότηση των τραπεζών.

Η συμφωνία της Συνόδου Κορυφής δεν κινείται στην ίδια κατεύθυνση στήριξης της χώρας μας;

Ως Αξιωματική Αντιπολίτευση έχουμε εκφράσει τους σοβαρούς προβληματισμούς μας τόσο για το περιεχόμενο της απόφασης όσο και για τη διαδικασία υλοποίησης του μηχανισμού στήριξης.

Καταρχήν, είναι ασαφής η ενεργοποίησή του ως «έσχατη λύση» όταν η χρηματοδότηση από τις αγορές είναι ανεπαρκής. Σίγουρα καλύπτει ευθέως την περίπτωση αδυναμίας άντλησης κεφαλαίων από τις αγορές (άρα την περίπτωση χρεοκοπίας) αλλά δεν καλύπτει άμεσα την περίπτωση της ασύμφορης άντληση αυτών (ύπαρξη υψηλών επιτοκίων).

Ακόμη όμως και στην περίπτωση ενεργοποίησης του μηχανισμού, η οποιαδήποτε εκταμίευση διμερών δανείων θα αποφασίζεται από τα κράτη-μέλη της ευρωζώνης ομόφωνα και υπό αυστηρές προϋποθέσεις. Το οποίο, στην πράξη, μπορεί να σημάνει και νέα «επώδυνα» μέτρα.

Τέλος, η συμμετοχή του ΔΝΤ στο μηχανισμό στήριξης, με «ουσιαστική χρηματοδότηση», υποδηλώνει επί πλέον δυσμενείς όρους.

Όρους τους οποίους το Ταμείο θα θέσει εάν η χώρα μας απευθυνθεί στο μηχανισμό για οικονομική βοήθεια (το επιβεβαίωσε και ο Γενικός Διευθυντής του ΔΝΤ κ. Ντομινίκ Στρος-Καν).

Μήπως, πλέον, οδηγούμεθα να κάνουμε χρήση του μηχανισμού στήριξης;

Θεωρώ πως πρέπει και μπορούμε να αποφύγουμε την προσφυγή σε αυτό.

Το γιατί πρέπει σας το ανέπτυξα στην προηγούμενη ερώτηση.

Προσθέστε και το γεγονός ότι τα δανειακά προγράμματα της χώρας για το 2011 και το 2012 θα είναι ακόμη μεγαλύτερα από το εφετινό.

Μπορούμε όμως να τα καταφέρουμε μόνοι μας, αρκεί να προχωρήσουμε άμεσα στην υλοποίηση του σωστού μίγματος μέτρων για τη δημοσιονομική εξυγίανση και στον εμπλουτισμό του με μέτρα τόνωσης της αγοράς.

Γιατί σε διαφορετική περίπτωση η ύφεση θα είναι βαθύτερη και πιο παρατεταμένη, θα ακυρώνει συνεχώς την αποτελεσματικότητα των μέτρων παρά τις μεγάλες θυσίες στις οποίες υποβάλλεται η κοινωνία, και θα κάνει ορατό τον κίνδυνο της λήψης νέων.

Πως κρίνεται το φορολογικό Νομοσχέδιο;

Η αδικαιολόγητη καθυστέρηση στην κατάθεσή του, η απουσία ουσιαστικού διαλόγου με τους κοινωνικούς φορείς, οι συνεχείς αναδιπλώσεις και οι αντιφατικές διαρροές σε πτυχές του έχουν ήδη δυσμενείς, για τη χώρα, συνέπειες τόσο στην ψυχολογία της αγοράς όσο και με τη φυγή κεφαλαίων στο εξωτερικό.

Σε κάθε περίπτωση, η αξιολόγησή του θα πρέπει να γίνει σε συνδυασμό με τα κοινωνικά άδικα και οικονομικά αναποτελεσματικά μέτρα φορολογικής «αφαίμαξης» και εισοδηματικής «συρρίκνωσης».

Σε καμία περίπτωση δεν πρόκειται για «φορολογική επανάσταση», όπως διατείνονται οι συντάκτες του, αλλά μάλλον για μια «φορολογική παραλλαγή» όπως ανέφερε και ο Πρόεδρος του ΣΕΒ, χωρίς αναπτυξιακό προσανατολισμό (όπως επιβεβαίωσαν όλοι οι φορείς κατά την ακρόασή τους στην αρμόδια Επιτροπή).

Ποιά είναι τα βασικά συγκεκριμένα σημεία κριτικής σας;

Το Νομοσχέδιο εισάγει επιπλέον, κρυφές, φορολογικές επιβαρύνσεις σε βάρος μικρών και μεσαίων εισοδημάτων μέσω του ύψους και του είδους των απαιτούμενων αποδείξεων.

Τα τεκμήρια διαβίωσης είναι τεκμήρια ασφυξίας για αυτά τα εισοδήματα, ενώ οδηγούν σε μείωση του εισοδήματος που οφείλουν να δηλώσουν και του φόρου που πρέπει να πληρώσουν όσοι έχουν πολυτελή και πανάκριβα στοιχεία διαβίωσης.

Διατάξεις του επιφέρουν σημαντική φορολογική επιβάρυνση στη μικρομεσαία ιδιοκτησία.

Ενώ υπάρχουν διατάξεις που πλήττουν την επιχειρηματικότητα (όπως είναι η παρακράτηση του 8% επί των συναλλαγών των υπηρεσιών).