Παρουσίαση βιβλίου κ. Λυκογιάννη «The Greek Post-War Economy 1945-2005: A Bibliography»

Παρουσίαση βιβλίου κ. Λυκογιάννη «The Greek Post-War Economy 1945-2005: A Bibliography»

Θα ήθελα να ευχαριστήσω τον κ. Λυκογιάννη για την πολύ τιμητική πρόσκληση που μου απηύθυνε να παρουσιάσω, μαζί με άλλους εκλεκτούς καλεσμένους, Συναδέλφους μου από το χώρο της Τριτοβάθμιας Εκπαίδευσης και της Πολιτικής, το βιβλίο – βιβλιογραφία με τίτλο «The Greek PostWar Economy 1945-2005: A Bibliography».

Βιβλιογραφία που συνιστά ώριμη και αναμφίβολα κοπιαστική συγγραφική εργασία.

Εργασία που αποτελεί εφαλτήριο για γόνιμη σκέψη.

Θρυαλλίδα για προβληματισμό.

Χρήσιμο εργαλείο αναφοράς για σπουδαστές / ερευνητές / μελετητές της ελληνικής μεταπολεμικής οικονομικής ιστοριογραφίας.

Πόνημα που έρχεται να συμπληρώσει και να καλύψει το κενό που υπήρχε στον τομέα αυτό.

Ο ογκώδης τόμος, 1.000 περίπου σελίδων, περιλαμβάνει πλούσιο, δυσεύρετο και χρήσιμο υλικό 3.650 περίπου εργασιών, που εμπίπτουν σε τρεις κύριες κατηγορίες:

(α) Άρθρα σε επιστημονικά περιοδικά διεθνούς κύρους,

(β) βιβλία (κυρίως μονογραφίες), και

(γ) διδακτορικές διατριβές που υποβλήθηκαν και έγιναν αποδεκτές σε ξένα πανεπιστήμια.

Καλύπτει όλο σχεδόν το φάσμα της οικονομικής θεματολογίας, αναδεικνύοντας με τον καλύτερο δυνατό τρόπο τα πολλαπλά ερευνητικά ενδιαφέροντα Ελλήνων και ξένων ερευνητών στην υπό έρευνα περίοδο.

Ερευνητικά ενδιαφέροντα που αντικατοπτρίζουν και τη σημερινή Οικονομική πραγματικότητα.

Θα μου επιτρέψετε να μοιραστώ μαζί σας μερικές σκέψεις που απορρέουν από σχετικές μελέτες που περικλύονται στην παρούσα βιβλιογραφία.

 

1η Σκέψη: Επιβάλλεται η ενίσχυση του ανοίγματος της αγοράς

Adamopoulos and Dritsakis. Financial Development and Economic Growth in Greece. 2004.

Σ’ αυτή τη μελέτη εξετάζεται η συσχέτιση μεταξύ του βαθμού ανοίγματος των αγορών (openness) και της οικονομικής ανάπτυξης για την Ελλάδα κατά την περίοδο 1960-2000, χρησιμοποιώντας ένα πολυπαραγοντικό οικονομετρικό (vector autoregressive) μοντέλο.

Προκύπτει μία θετική, και στατιστικά σημαντική, συσχέτιση των δύο μεγεθών.

Στοιχείο που υποδηλώνει ότι θα πρέπει να υιοθετηθούν πολιτικές επιλογές που ενισχύουν την απελευθέρωση των αγορών, όπως είναι το άνοιγμα των κλειστών επαγγελμάτων και η άρση του cabotage (επιλογές που περιλαμβάνονται στα 23 μέτρα – «ανάσες» της Ν.Δ.).

Στοιχείο που επιβεβαιώνει η Έκθεση για την «Οικονομική Απελευθέρωση» του Ινστιτούτου Heritage, σύμφωνα με την οποία, τα τελευταία χρόνια, οι περισσότερες χώρες εντείνουν τις προσπάθειές τους προς την κατεύθυνση του ανοίγματος των αγορών.

Η Ελλάδα, σύμφωνα με τον Δείκτη Παγκόσμιας Οικονομικής Ελευθερίας, είναι τελευταία μεταξύ των Ευρωπαίων εταίρων της.

 

2η Σκέψη: Επιβάλλεται η περιστολή της φοροδιαφυγής με τη διεύρυνση της φορολογικής βάσης

Agapitos and Mavraganis. Tax Evasion: The case of Greece. 1995.

Μελέτες και αναλύσεις, όπως η παρούσα, συγκλίνουν στους λόγους για τους οποίους έχουμε τόσο υψηλή φοροδιαφυγή στην Ελλάδα. Κωδικοποιημένα, αυτοί είναι:

  • Οι ιστορικά πολύ υψηλοί φορολογικοί συντελεστές.
  • Το πολύπλοκο και δαιδαλώδες, κυρίως λόγω της πολυνομίας, φορολογικό σύστημα.
  • Η χαμηλή παραγωγικότητα, και διαφθορά σε ορισμένες περιπτώσεις, των ελεγκτικών μηχανισμών.
  • Η μη αυστηρή και παραδειγματική τιμωρία των φοροφυγάδων και των διεφθαρμένων από τους ελεγκτικούς μηχανισμούς.
  • Ο μεγάλος αριθμός των αυτοαπασχολουμένων.
  • Η απουσία αισθήματος κοινωνικής δικαιοσύνης. Ο πολίτης φοροδιαφεύγει όταν αισθάνεται ότι δεν του παρέχονται οι υπηρεσίες για τις οποίες πληρώνει, αλλά και όταν πολλοί άλλοι φοροδιαφεύγουν.

Είναι γεγονός ότι η φοροδιαφυγή είναι ένα φαινόμενο που καμιά χώρα, σε διεθνές επίπεδο, δεν έχει κατορθώσει να αντιμετωπίσει με απόλυτη αποτελεσματικότητα.

Στην Ελλάδα όμως το πρόβλημα είναι ιδιαίτερα οξύ.

Τα συνολικά έσοδα της γενικής κυβέρνησης διαμορφώθηκαν στο 40,6% του ΑΕΠ το 2008, δηλαδή πολύ χαμηλότερα από το 44,6% του ΑΕΠ που αποτελεί το μέσο όρο στη ζώνη του ευρώ, γεγονός που σχετίζεται και με την εκτεταμένη φοροδιαφυγή και φοροαποφυγή.

Όλες οι κυβερνήσεις θέτουν τον περιορισμό της φοροδιαφυγής ως ένα κεντρικό στόχο της πολιτικής τους.

Τα αποτελέσματα όμως αυτών των προσπαθειών στη χώρα μας δεν είναι ακόμη ιδιαίτερα ικανοποιητικά.

Ας ευχηθούμε, αν και τα δείγματα δεν είναι ενθαρρυντικά, ότι οι στόχοι της Κυβέρνησης μέσα από το πρόσφατα ψηφισθέν Φορολογικό Νομοσχέδιο θα υλοποιηθούν.

 

3η Σκέψη: Η δημοσιονομική προσαρμογή πρέπει να εδράζεται στο σκέλος των δαπανών

Konstantinou. Balancing the Budget through Revenue or Spending Adjustments? The Case of Greece. 2004.

Μελέτες έχουν δείξει ότι η σύνθεση της δημοσιονομικής προσαρμογής έχει αποφασιστική σημασία τόσο για την επιτυχή έκβασή της όσο και για την επίδρασή της στην οικονομική ανάπτυξη.

Η συγκεκριμένη μελέτη εξετάζει και αναζητά το κατάλληλο μίγμα πολιτικής, μεταξύ αύξησης εσόδων και μείωσης δαπανών, για τη δημοσιονομική προσαρμογή.

Υποστηρίζει ότι αυτή θα πρέπει να γίνεται από την πλευρά των πρωτογενών δαπανών του τακτικού προϋπολογισμού και όχι των εσόδων, αντίθετα απ’ ότι επιδιώκει η Κυβέρνηση σήμερα.

Τα μέτρα λοιπόν θα πρέπει, ενδεικτικά, να προβλέπουν τον περιορισμό των πρωτογενών δαπανών και την αύξηση της αποδοτικότητας και αποτελεσματικότητας των δαπανών (για υγεία, παιδεία, τεχνολογία κ.λπ.) [βελτίωση της «ποιότητας» των δημοσίων οικονομικών].

Αυτό συνάδει με τη θεωρία της ενδογενούς ανάπτυξης, σύμφωνα με την οποία παράγοντες όπως η έρευνα και ανάπτυξη, η καινοτομία και οι θεσμοί συμβάλλουν στο μακροχρόνιο ρυθμό μεγέθυνσης της οικονομίας.

4η Σκέψη: Τα «υποκείμενα νοσήματα» της Οικονομίας δημιουργήθηκαν τη Δεκαετία του ‘80

Arghyrou and Mourmouras. Greece and the EMU: A Bottle Half-Empty or Half-Full? 1998.

Howland and Sakellariou. An Expenditure Determined Macroeconometric Model for Greece. 1993.

Liberaki. Greece-EU Comparative Economic Performance at the National and Regional Levels : Why Divergence ? 1996.

Αυτή τη δεκαετία αναπτύχθηκαν έντονες δημοσιονομικές ανισορροπίες και ακολουθήθηκε μια επεκτατική πολιτική με αποτέλεσμα την εκρηκτική διόγκωση του δημοσίου χρέους.

Οι δημοσιονομικές επιλογές εκείνης της περιόδου επιβάρυναν και επιβαρύνουν, ακόμη και σήμερα, την Ελληνική οικονομία.

Η άνοδος του χρέους της Γενικής Κυβέρνησης, κατά τη διάρκεια αυτής της δεκαετίας, οφειλόταν, κυρίως, στα υψηλά πρωτογενή δημοσιονομικά ελλείμματα.

Είναι χαρακτηριστικό το γεγονός ότι, σε αυτή τη δεκαετία, το έλλειμμα της Γενικής Κυβέρνησης ήταν, κατά μέσο όρο, 12,9% του Α.Ε.Π., κάτι που ποτέ προηγουμένως δεν είχε συμβεί στην Ελλάδα, για τόσο μεγάλο διάστημα και που, φυσικά, δεν έχει επαναληφθεί έκτοτε.

Αυτά τα τεράστια δημοσιονομικά ελλείμματα οδήγησαν στην έκρηξη του δημοσίου χρέους, από το 22% το 1980 στο 71% το 1990.

Έτσι, ενώ στις αρχές της δεκαετίας, η Ελλάδα ήταν η λιγότερο χρεωμένη χώρα της σημερινής Ευρωζώνης, στο τέλος της, μετά από δύο υποτιμήσεις της δραχμής, μετά από μια διετία ασφυκτικής λιτότητας, και αφού η χώρα απορρόφησε τα Κοινοτικά Μεσογειακά Προγράμματα, βρέθηκε με τριπλάσιο χρέος.

Αυτό, είχε ως αποτέλεσμα οι δαπάνες για τόκους του δημοσίου χρέους να αποκτήσουν τη δική τους δυναμική και να αυξηθούν, από το 2% του Α.Ε.Π. το 1980, στο 10% του ΑΕΠ το 1990 (δεδομένου, μάλιστα, ότι το 1990 ένα μεγάλο μέρος του δημοσίου χρέους ήταν αφανές και μη εξυπηρετούμενο, τα επίσημα στοιχεία υποεκτιμούν το κόστος εξυπηρέτησής του).

Από το 1990, ξεκίνησε μια συστηματική προσπάθεια αντιμετώπισης των ανισορροπιών και στρεβλώσεων της Ελληνικής οικονομίας.

Η Ελλάδα υιοθέτησε ένα πρόγραμμα αντιμετώπισης των δημοσιονομικών ελλειμμάτων με στόχο την ονομαστική σύγκλιση και έκανε συγκεκριμένα βήματα απελευθέρωσης της οικονομίας.

Όμως, κατά τη δεκαετία του 1980 είχε σημειωθεί και μια εκρηκτική αύξηση στα χρέη των δημοσίων επιχειρήσεων και οργανισμών και των αγροτικών συνεταιρισμών. Τα χρέη αυτά εντάχθηκαν στο επίσημο δημόσιο χρέος μεταγενέστερα, στις αρχές της δεκαετίας του 1990.

Χαρακτηριστικά αναφέρεται ότι οι εγγυήσεις του Δημοσίου για δάνεια από ιδιωτικές και δημόσιες επιχειρήσεις και οργανισμούς Τοπικής Αυτοδιοίκησης ανήλθαν το 1989 στο 32% του Α.Ε.Π. Τα επόμενα 3 χρόνια, περίπου, οι μισές – από αδυναμία εξυπηρέτησής τους – κατέπεσαν εκτοξεύοντας το χρέος στο 110% του Α.Ε.Π.

Μετά την περίοδο 1990-1993, το ποσοστό του δημοσίου χρέους ως προς το Α.Ε.Π. σταθεροποιήθηκε.

Αφενός, ο κύριος όγκος των «αφανών» χρεών της δεκαετίας του 1980 ενσωματώθηκε στο επίσημο χρέος μέχρι το 1993 και αφετέρου είχαν δημιουργηθεί τα πρώτα πρωτογενή πλεονάσματα (από πρωτογενές έλλειμμα της τάξεως του 5,6% του Α.Ε.Π. το 1989).

 

5η Σκέψη: Η σημερινή κρίση επιβάλλει την υλοποίηση διαρθρωτικών αλλαγών

Vamvoukas. The Twin Deficits Phenomenon: Evidence from Greece. 1999.

Tsakalotos. Structural Change and Macroeconomic Policy: The Case of Greece 1981-85. 1991.

Η κρίση διέλυσε χρόνιες ψευδαισθήσεις και υποκριτικές συμπεριφορές για την πραγματική κατάσταση της χώρας και της Οικονομίας της.

Η Ελληνική Οικονομία έχει συσσωρευμένες, από χρόνια, δομικές αδυναμίες.

Έχει υψηλό έλλειμμα του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών.

Αυτό αντανακλά, κυρίως, το χαμηλό επίπεδο της διαρθρωτικής ανταγωνιστικότητας.

Έχει υψηλό και με αυξητική δυναμική δημόσιο χρέος.

Έχει πρόβλημα σύγχρονου και βιώσιμου αναπτυξιακού προτύπου.

Για την αποκόλληση από το τέλμα τα πολιτικά κόμματα, οι «παράγοντες» της οικονομικής, πνευματικής και κοινωνικής ζωής, αλλά και κάθε πολίτης, οφείλει να αναλάβει το μερίδιο της ευθύνης του.

Ως Ν.Δ. οφείλουμε να επεξεργαστούμε, και έχουμε ξεκινήσει να το πράττουμε, συγκεκριμένες, συνεκτικές και ποσοτικοποιημένες πολιτικές.

Πολιτικές όπως:

  • Η βελτίωση και ενίσχυση της διαδικασίας εκπόνησης του Κρατικού Προϋπολογισμού και η χάραξη ενός πολυετούς δημοσιονομικού πλαισίου.
  • Η κατάρτιση και εκτέλεση Προϋπολογισμού βάσει προγραμμάτων και η υιοθέτηση αυστηρών δημοσιονομικών κανόνων.
  • Η καθιέρωση συστήματος αξιολόγησης των δημοσίων δαπανών στο στάδιο κατάρτισης του Προϋπολογισμού.
  • Η καθιέρωση και αυστηρή τήρηση «Προϋπολογισμών μηδενικής βάσης».
  • Η βελτίωση της διάρθρωσης και της αποδοτικότητας του φορολογικού συστήματος.
  • Η καταγραφή, αποτίμηση και αξιοποίηση της περιουσίας του Ελληνικού Δημοσίου.
  • Η περιστολή των δαπανών, όταν αυτές είναι σπατάλες.
  • Η βελτίωση της «ποιότητας» των δημόσιων οικονομικών με την αποτελεσματική αξιοποίηση των δημόσιων πόρων.
  • Η σταδιακή κατάργηση των στρεβλώσεων και των διοικητικών περιορισμών σε αγορές προϊόντων και υπηρεσιών.
  • Η ενίσχυση της επιχειρηματικότητας με τον περιορισμό, κυρίως, του εξωγενούς κόστους των επιχειρήσεων.

Σύμφωνα και με την Τράπεζα της Ελλάδος, η αποτελεσματική αξιοποίηση των συντελεστών της παραγωγής (διεύρυνση του ποσοστού απασχόλησης, εκμετάλλευση των ανεκμετάλλευτων πηγών ενέργειας), η αύξηση του λόγου κεφαλαίου/εργασίας (διείσδυση νέων τεχνολογιών, βελτίωση υποδομών) και η αποτελεσματικότερη οργάνωση της παραγωγικής διαδικασίας συνιστούν τις προϋποθέσεις για την ανάπτυξη της επιχειρηματικής δραστηριότητας.

  • Η μείωση της γραφειοκρατίας και ο περιορισμός των νόμων και των κανονισμών που περιορίζουν τον ανταγωνισμό.
  • Η εξυγίανση των Δ.Ε.Κ.Ο. με στόχο τη βιωσιμότητά τους και τη μεγιστοποίηση της αξίας για την κοινωνία.
  • Η δημιουργία ενός αποτελεσματικού, σύγχρονου και δίκαιου κράτους, με την ποιοτική αναβάθμιση των δημόσιων υπηρεσιών, των θεσμών και των λειτουργιών του, με την ενίσχυση του κοινωνικού κεφαλαίου.

 

Στρατηγικοί στόχοι πρέπει να είναι η διαρκής προώθηση της αειφόρου, έξυπνης και εξωστρεφούς ανάπτυξης, της ευημερίας των πολιτών, της απασχόλησης και της κοινωνικής συνοχής.

 

6η Σκέψη: Απαιτείται η καλύτερη δυνατή αξιοποίηση των κοινοτικών πόρων

Christodoulakis and Kalyvitis. The effects of the Second Communtity Support Framework 1994-99 on the Greek Economy. 2000.

Από την ένταξη της Ελλάδος στην ΕΕ το 1981 μέχρι και το 2009 εισέρρευσαν στη χώρα σημαντικοί κοινοτικοί πόροι που συνέβαλαν στο ρυθμό αύξησης του ΑΕΠ και ενίσχυσαν την απασχόληση.

Οι συνολικές καθαρές μεταβιβάσεις από την Ε.Ε. τη δεκαετία του ’90 προσέγγιζαν κατά μέσο όρο τα 3,7 δισεκ. ευρώ ετησίως και αντιστοιχούσαν στο 4,2% του ΑΕΠ, ενώ την περίοδο 2000-2009 αυξήθηκαν σε 4,3 δισεκ. ευρώ κατά μέσο όρο ετησίως και αντιστοιχούν στο 2,3% του ΑΕΠ.

Το Α’ ΚΠΣ (1989-1993) ενίσχυσε κυρίως την οικονομική δραστηριότητα στην περιφέρεια, ενώ στο Β’ ΚΠΣ (1994-1999) δόθηκε έμφαση κυρίως στην κατασκευή μεγάλων έργων υποδομής.

Όσον αφορά το Γ’ ΚΠΣ, στη διάρκεια της εφαρμογής του (2000-2009) οι επιδράσεις στο ΑΕΠ και την απασχόληση οφείλονται κυρίως σε βραχυπρόθεσμες επιδράσεις από την πλευρά της ζήτησης.

Κατά τη δημοσιονομική περίοδο 2007-2013, η Ελλάδα έχει εξασφαλίσει κοινοτική χρηματοδότηση 24,3 δισεκ. ευρώ για την εφαρμογή του Εθνικού Στρατηγικού Πλαισίου Αναφοράς, συμπεριλαμβανομένων των πόρων για την αγροτική ανάπτυξη.

Αυτοί οι πόροι αποκτούν βαρύνουσα σημασία στην παρούσα περίοδο καθότι, λόγω των σοβαρών δημοσιονομικών δυσχερειών, έχουν περιοριστεί οι διαθέσιμοι εθνικοί πόροι για την αναπτυξιακή πολιτική της χώρας.

Απαιτείται, επομένως, η καλύτερη δυνατή αξιοποίηση των πόρων αυτών, και η εφαρμογή του Επενδυτικού Νόμου, τον οποίο πρόκειται να αναθεωρηθεί και να εγκριθεί το 2010, και δυστυχώς δεν υφίσταται από την αρχή της χρονιάς.

 

7η Σκέψη: Η επένδυση στη γνώση βασικός συντελεστής ανάπτυξης

Asteriou. Essays on Economic Growth: Convergenece, Financial Development, Education and Uncertainty.

Psacharopoulos. Estimating Shadow rates of Return to Investment in Education. 1970.

Psacharopoulos. Earnings and Education in Greece 1960-77. 1982.

Οι μελέτες αυτές επιβεβαιώνουν σχετικές θεωρητικές προσεγγίσεις και εμπειρικές μελέτες οι οποίες κατατείνουν στη διαπίστωση ότι η εκπαίδευση αποτελεί το βασικό μηχανισμό παραγωγής, συσσώρευσης και διάχυσης ανθρώπινου κεφαλαίου (human capital) / γνωσιακού κεφαλαίου (knowledge capital) και συνακόλουθα παράγοντα / μεταβλητή «κλειδί» της οικονομικής ανάπτυξης.

Η συμβολή της εκπαίδευσης στην οικονομική μεγέθυνση είχε υποστηριχθεί αρχικά από τους κλασικούς, αργότερα, συστηματικά, από τους νεοκλασικούς, και πρόσφατα από τους οικονομολόγους των νέων θεωριών της ενδογενούς ανάπτυξης [Romer (1986, 1990, 1993), Lucas (1988, 1990)].

Η τελευταία ενσωματώνει την έρευνα και ανάπτυξη, την τεχνολογική εξέλιξη, και την γνώση ως ενδογενείς συντελεστές στο μοντέλο προσδιορισμού της οικονομικής ανάπτυξης.

Οι νέες θεωρίες υποστηρίζουν ότι η εκπαίδευση δημιουργεί θετικές εξωτερικές οικονομίες και συμβάλλει με δύο τρόπους στην οικονομική μεγέθυνση.

Καταρχήν ως ένας κοινός, επιπρόσθετος, συντελεστής παραγωγής, και κατά δεύτερον ως πολλαπλασιαστικός παράγων με την έννοια ότι επηρεάζει όλους τους άλλους συντελεστές παραγωγής, τους οποίους και καθιστά πιο παραγωγικούς.

Επιπρόσθετα, η δια βίου εκπαίδευση και κατάρτιση αποτελεί κρίσιμο παράγοντα για την αναβάθμιση της προσφερόμενης εργασίας και για τη δυνατότητα ευελιξίας και προσαρμογής στις μεταβαλλόμενες συνθήκες της οικονομίας.

Ως εκ τούτων, η Πολιτεία οφείλει να αποδείδει ιδιαίτερη σημασία στην ποσότητα και την ποιότητα του ανθρώπινου κεφαλαίου.

Υψηλή προτεραιότητα στην ανασυγκρότηση και τον εκσυγχρονισμό του συστήματος της τυπικής εκπαίδευσης και στη δημιουργία ενός αξιόπιστου συστήματος κατάρτισης και δια βίου μάθησης.

 

8η Σκέψη: Αναγκαία η ανασυγκρότηση της Τριτοβάθμιας Εκπαίδευσης

Magoula and Psacharopoulos. Schooling and Monetary Rewards in Greece: An Overeducation False Alarm? 1999.

Είναι γεγονός ότι η κατάσταση στην ανώτατη εκπαίδευση είναι προβληματική.

Η Ελλάδα υστερεί στους περισσότερους δείκτες που αποτιμούν και αξιολογούν τις επιδόσεις της χώρας στον συγκεκριμένο τομέα.

Η ανώτατη εκπαίδευση σε θεσμικό, δομικό και λειτουργικό επίπεδο παρουσιάζει ελλείμματα, δυσλειτουργίες και αναχρονιστικές αγκυλώσεις, με συνέπεια να μην μπορεί να συμβάλλει, όσο δυνητικά μπορεί, στην επιτυχή προσαρμογή της ελληνικής κοινωνίας και οικονομίας στο ανταγωνιστικό και συνεχώς μεταβαλλόμενο περιβάλλον.

Η ανώτατη εκπαίδευση στη χώρα μας χαρακτηρίζεται από κρατικό συγκεντρωτισμό, γραφειοκρατική και συντεχνιακή λογική, εσωστρέφεια, έλλειψη διαφάνειας, χαμηλό βαθμό κοινωνικής λογοδοσίας.

Στην ανώτατη εκπαίδευση παρατηρείται μετάλλαξη των θεσμών, παραγωγή κοινωνικών διακρίσεων και ανισοτήτων.

Εγκολπώνονται αρκετές διεθνείς πρωτοτυπίες οι οποίες συμβάλλουν στην υποβάθμιση των ελληνικών πανεπιστημίων.

Παρά ταύτα, είναι εσφαλμένη και άδικη μια ισοπεδωτική αρνητική κριτική για το ελληνικό πανεπιστήμιο.

Στους κόλπους του έχουν αναπτυχθεί κάποιες σημαντικές νησίδες ποιότητας [τις οποίες καλλιεργούν με ιδιαίτερη επιμέλεια και ζήλο οι 2 Ομιλητές μας], που δεν θα πρέπει να τις αγνοούμε ή να τις υποτιμούμε.

Σε κάποιες περιπτώσεις παράγεται και προσφέρεται σημαντικό έργο από διδάσκοντες και φοιτητές, που διακρίνεται σε διεθνές επίπεδο.

Αυτά όμως είναι οι εξαιρέσεις, και όχι ο κανόνας.

Και αυτό διότι το ελληνικό πανεπιστήμιο δεν εμφανίστηκε έτοιμο, αλλά και πρόθυμο, να ανταποκριθεί στις προκλήσεις της νέας εποχής.

Τα προβλήματα στο χώρο της ανώτατης εκπαίδευσης τα αναγνωρίζουν πολιτικές δυνάμεις και διεθνείς οργανισμοί.

Εγχώριες και διεθνείς εκθέσεις, όπως η εφετινή έκθεση του Ο.Ο.Σ.Α., συγκλίνουν στη διαπίστωση ότι η μεταρρύθμιση στο χώρο της ανώτατης εκπαίδευσης είναι επιτακτικά αναγκαία, κοινωνικά επιβεβλημένη.

Η συνολική ανασυγκρότηση και ο εκσυγχρονισμός της ανώτατης εκπαίδευσης, με πρώτιστο μέλημα την αναβάθμιση του δημόσιου πανεπιστημίου, σε ένα θεσμικό περιβάλλον όπου κρατική και μη κρατική, αλλά σαφώς μη κερδοσκοπική, ανώτατη εκπαίδευση μπορούν να συνυπάρξουν κάτω από απαιτητικές ποιοτικές προδιαγραφές, αποτελεί την πλέον ρεαλιστική και αποτελεσματική πρόταση.

 

9η Σκέψη: Σημαντικός ο ρόλος του τραπεζικού συστήματος στη χώρα μας

Alexakis, Thomadakis, Xanthakis. Bank Liberalization and Profitability: Evidence from Greece. 1995.

Apergis and Rezitis. Operational Efficiency in the Greek Banking Industry: Evidence from the Stochastic Frontier Approach and Error Decomposition. 2003.

Christopoulos. Banking Economic Efficiency in the Deregulation period: Results from Heteroscedastic Stochastic Frontier Models. 2001

Christopoulos, Lolos and Tsionas: Efficiency of the Greek Banking System in view of the EMU. 2002.

Doumpos, Kosmidou and Spathis: Assessing Profitability Factors in the Greek Banking System: A multicriteria methodology. 2002.

Drakos. The Dealership Model for Interest Margins: The Case of the Greek Banking Industry. 2002.

Frangouli and Vasiliou. The Banks’ Profitability-Concentration Relationship in an Era of Financial Integration. 2000.

Gibson and Tsakalotos. European Integration and the Banking Sector in Southern Europe: Competition, Efficiency and Structure. 1993.

Hondroyiannis and Papapetrou. International Banking Activity in Greece: The recent experience. 1996

Hondroyiannis and Papapetrou. Assessing Competitive Conditions in the Greek Banking System. 1999.

Karafolas and Mantakas. A Note on Cost Structure and Economies of Scale in Greek Banking. 1996.

Noulas. Productivity Growth in the Hellenic Banking Industry: State vs Private Banks.

Noulas. Deregulation and Operating Efficiency: The Case of the Greek Banks, 2001.

Τόσο η θεωρία όσο και οι εμπειρικές μελέτες συγκλίνουν στη διαπίστωση ότι η εύρυθμη λειτουργία του τραπεζικού τομέα, ιδιαίτερα σε τραπεζοκεντρικές χώρες (bank-based countries) όπως είναι η Ελλάδα, αποτελεί προϋπόθεση για την υγιή ανάπτυξη της οικονομίας και την αποτελεσματική κατανομή των οικονομικών πόρων.

Από τα μέσα της δεκαετίας του 1980 καταβλήθηκαν συστηματικές προσπάθειες για τον εκσυγχρονισμό του Ελληνικού τραπεζικού συστήματος, το οποίο χαρακτηριζόταν μέχρι τότε από έντονες στρεβλώσεις και εγγενείς αδυναμίες.

Κωδικοποιημένα, οι βασικοί παράγοντες που συνέβαλαν, την τελευταία δεκαπενταετία, στο μετασχηματισμό του ελληνικού τραπεζικού συστήματος και την προσαρμογή του στις συνθήκες που διαμορφώνονται στην ενοποιημένη ευρωπαϊκή χρηματοπιστωτική αγορά είναι:

  1. Η θεσμική απελευθέρωση του τραπεζικού συστήματος, με την κατάργηση των διοικητικών περιορισμών στις τιμές, τις ποσότητες και τη διάρθρωση του πιστωτικού τομέα.
  2. Η μεταβολή του πλαισίου κανόνων και εποπτείας των τραπεζών, με την απορύθμιση βασικών πτυχών λειτουργίας του τραπεζικού συστήματος.
  3. Η ενίσχυση των ρυθμών ανάπτυξης της ελληνικής οικονομίας και η επίτευξη μακροοικονομικής σταθερότητας, με την εμφάνιση και διατήρηση χαμηλών επιτοκίων, τόσο σε ονομαστικούς όσο και σε πραγματικούς όρους. 
  4. Η ταχεία τεχνολογική πρόοδος στον τομέα των επικοινωνιών και της πληροφορικής, η αυξανόμενη ενοποίηση των διεθνών αγορών χρήματος και κεφαλαίου, καθώς και οι μεταβολές των αναγκών των επιχειρήσεων και των νοικοκυριών για τραπεζικά προϊόντα και υπηρεσίες. 

Αυτές οι θεμελιώδεις δυνάμεις μεταμόρφωσαν τον χρηματοοικονομικό τομέα,  διαμόρφωσαν το περιβάλλον λειτουργίας των χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων στην Ελλάδα, και επέδρασαν καθοριστικά στη μεσοπρόθεσμη στρατηγική των πιστωτικών οργανισμών.

Τα βασικά στοιχεία που χαρακτηρίζουν το ελληνικό τραπεζικό σύστημα τα τελευταία χρόνια είναι:

  • Η ταχεία πιστωτική επέκταση, κυρίως στους τομείς της λιανικής τραπεζικής.
  • Η μεταβολή στη δομή και μορφολογία των λειτουργικών εσόδων των τραπεζών.
  • Η προσπάθεια συγκράτησης του κόστους λειτουργίας.
  • Η μεταβολή στο ιδιοκτησιακό καθεστώς των τραπεζών.
  • Η επέκταση των Ελληνικών τραπεζών στις χώρες της ΝΑ Ευρώπης.
  • Η διεύρυνση της γκάμας των προσφερόμενων προϊόντων και υπηρεσιών.

Αυτές οι εξελίξεις τόνωσαν το επίπεδο του ανταγωνισμού [μελέτες, με χρήση των οικονομετρικών υποδειγμάτων Panzar-Rosse και Bresnahan-Lau καταλήγουν στο συμπέρασμα ότι οι ελληνικές τράπεζες λειτουργούν υπό συνθήκες μονοπωλιακού ανταγωνισμού, με το επίπεδο ανταγωνιστικότητας διαχρονικά να ενισχύεται] στο ελληνικό τραπεζικό σύστημα, διεύρυναν τις πηγές κερδοφορίας των πιστωτικών ιδρυμάτων, βελτίωσαν την αποτελεσματικότητα [cost and profit efficiency (X-efficiency and technical efficiency) measures based on parametric [stochastic frontier approach (SFA)] and non-parametric methods [data envelopment analysis (DEA)]) και ενίσχυσαν τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα η οποία συμβάλλει στην οικονομική και κοινωνική ευημερία.

Όμως, μια σειρά από παράγοντες δημιουργούν ανησυχίες, δημιουργούν συνθήκες πιστωτικής ασφυξίας και εγκυμονούν κινδύνους για το Ελληνικό τραπεζικό σύστημα, όπως είναι:

  • Οι αβεβαιότητες του διεθνούς περιβάλλοντος.
  • Η επιβράδυνση του ρυθμού οικονομικής ανάπτυξης.
  • Το υψηλότερο κόστος Δανεισμού του Ελληνικού Δημοσίου λόγω της σημαντικής αύξησης των spreads.
  • Η συρρίκνωση των ρυθμών πιστωτικής επέκτασης.
  • Η χειροτέρευση της ποιότητας του δανειακού χαρτοφυλακίου των τραπεζών.
  • Η αισθητή μείωση του ποσοστού κάλυψης των δανείων σε καθυστέρηση από τις συσσωρευμένες προβλέψεις (42% το Σεπτέμβριο του 2009).
  • Τα χρηματοδοτικά ανοίγματα των ελληνικών τραπεζών στο εξωτερικό.
  • Η φυγή καταθέσεων προς το εξωτερικό και η μείωση της αποταμίευσης των ελληνικών νοικοκυριών.

Τα στοιχεία αυτά επιτάσσουν την ανάγκη συνετής διαχείρισης της κατάστασης από την Ελληνική πολιτεία και τα πιστωτικά ιδρύματα.

Όμως, και οι τράπεζες επιβάλλεται να αναλάβουν συγκεκριμένες δράσεις ή να ενδυναμώσουν συγκεκριμένες πρωτοβουλίες. Μεταξύ άλλων, απαιτείται, υπό την εποπτεία της Τράπεζας της Ελλάδος, από τις ίδιες:

1ον. Η συστηματική εξέταση, η διαρκής παρακολούθηση και η αποτελεσματική διαχείριση της φύσεως και του ύψους των κινδύνων που αναλαμβάνουν.

2ον. Η ενίσχυση των προβλέψεων για τον πιστωτικό κίνδυνο.

3ον. Η βελτίωση των κανόνων εσωτερικού και εξωτερικού ελέγχου και διαφάνειας.

4ον. Η ενίσχυση, ποσοτική και ποιοτική, της κεφαλαιακής τους επάρκειας.

5ον. Η διαφοροποίηση των πηγών χρηματοδότησης και άντλησης ρευστότητας.

 

10η Σκέψη: Αναγκαία η εξυγίανση των Οικονομικών της υγείας

Theodorakioglou and Tsiotras. The Need for the Introduction of Quality Management into Greek Health Care. 2000.

Κανένα σχόλιο….

 

Κυρίες και κύριοι,

Η ξενάγηση στις σελίδες του βιβλίου δεν εξαντλείται σε αυτά τα στοιχεία.

Είναι εξαιρετικά ενδιαφέρουσα και χρήσιμη.

Θανάση, εύχομαι ολόψυχα, το ανά χείρας βιβλίο να βρει την ανταπόκριση που προσδοκάς, και να διαβαστεί από πολλούς, όσο γίνεται περισσότερους…