Εισήγηση στην Επιτροπή επί της Αρχή του Φορολογικού Νομοσχεδίου

Εισήγηση στην Επιτροπή επί της Αρχή του Φορολογικού Νομοσχεδίου

Κυρίες και Κύριοι Συνάδελφοι,

Κληθήκαμε σήμερα, Μεγάλη Εβδομάδα, να συζητήσουμε, μετά από ολιγωρία, αναβολές και παλινωδίες 6 περίπου μηνών, το Φορολογικό Νομοσχέδιο της Κυβέρνησης.

Μετά από μεγάλη κωλλυσιεργία, πολλες αναδιπλώσεις και αντιφατικές διαρροές σε πτυχές της φορολογικής πολιτικής, με δυσμενείς για τη χώρα συνέπειες (να θυμίσω τη φυγή κεφαλαίων στο εξωτερικό), η Κυβέρνηση έφερε, στην Επιτροπή το Φορολογικό Νομοσχέδιο.

Θα ήθελα να κάνω δύο πρώτες παρατηρήσεις, επί της διαδικασίας, που απορρέουν από την εισήγηση του κ. Υπουργού.

1η Παρατήρηση: Ο κ. Υπουργός μίλησε για πρωτόγνωρη διαδικασία διαβούλευσης. Πράγματι ήταν πρωτόγνωρη. Η Κυβέρνηση δεν έκανε ουσιαστικό διάλογο με τους φορείς, δεν διαβουλεύθηκε με τις κοινωνικές ομάδες.

Στις συναντήσεις που είχαμε ως Αξιωματική Αντιπολίτευση μαζί τους αυτό επαναλάμβαναν οι κοινωνικοί φορείς (π.χ. ΑΔΕΔΥ, ΓΣΕΕ, ΓΣΕΒΕΕ κ.α.).

Θα επικαλεστώ μάλιστα τον κ. Κοτζιά, μέλος του Δ.Σ. του ΙΣΤΑΜΕ, ο οποίος, πρόσφατα, σε άρθρο του ανέφερε ότι, ανάμεσα στα πολλά σφάλματα της Κυβέρνησης, είναι η έλλειψη διάθεσης και η απέχθεια από το Οικονομικό Επιτελείο της να βρίσκεται σε συνεχή διάλογο με τους εκπροσώπους της μισθωτής εργασίας.

Θα επικαλεστώ και την επιστολή του ΤΕΕ προς την Επιτροπή Οικονομικών Υποθέσεων στην οποία υπογραμμίζει ότι «η διαβούλευση ακυρώθηκε ως έννοια, κατατέθηκαν οι θέσεις των φορέων, υπήρξαν ολιγόλεπτοι μονόλογοι από τους εκπροσώπους τους, ουδέποτε αντικρούστηκαν επί της ουσίας από την πολιτική και υπηρεσιακή ηγεσία του Υπουργείου. Το Υπουργείο Οικονομικών αρνείται να αντιπαραθέσει στα στοιχεία του ΤΕΕ τα στοιχεία που το ίδιο διαθέτει».

Που είδατε συνεπώς Κυρίες και Κύριοι της Συμπολίτευσης Διαβούλευση;

2η Παρατήρηση: Υπήρξε αδικαιολόγητη καθυστέρηση στη κατάθεσή του.

Επειδή αναφερθήκατε στον Εισηγητή της Ν.Δ. Κύριε Υπουργέ, «περιμένουμε ένα φορολογικό νομοσχέδιο από το Νοέμβριο και δεν έχει έρθει ακόμη. Επιτέλους πια!», υπογράμμιζε πρόσφατα ο τέως Πρόεδρος της Βουλής κ. Κακλαμάνης.

Να υπενθυμίσω επίσης ότι ο Υπουργός Οικονομικών στη Συνέντευξη Τύπου στις αρχές Φεβρουαρίου είχε πει ότι το Φορολογικό Νομοσχέδιο θα κατατεθεί «στις επόμενες δύο με τρεις εβδομάδες (9.2.2010)».

Έχουν περάσει 6 και πλέον εβδομάδες από τότε.

Όμως στην Οικονομία κάθε μέρα που περνά κοστίζει.

Αυτή η καθυστέρηση, σε συνδυασμό με την υστέρηση της Κυβέρνησης στη στελέχωση του κρατικού μηχανισμού και στην κινητοποίηση των ελεγκτικών μηχανισμών, αποτυπώνεται στην εξέλιξη των εσόδων του Κρατικού Προϋπολογισμού. Έτσι:

Α. Η υστέρηση των καθαρών εσόδων του Τακτικού Προυπολογισμού το τρίμηνο της διακυβέρνησης του ΠΑΣΟΚ το 2009 έφτασε το 13,3%, και είναι υπερτετραπλάσια της αντίστοιχης υστέρησης του εννεαμήνου της διακυβέρνησης της Ν.Δ.

Ειδικότερα, τους πρώτους εννέα μήνες η υστέρηση ανήλθε στο 1,1 δισ. ευρώ, ενώ το τρίμηνο του ΠΑ.ΣΟ.Κ. υπερέβη τα 2 δισ. ευρώ, με αποτέλεσμα η Κυβέρνηση του ΠΑ.ΣΟ.Κ. να ευθύνεται για τα 2/3 της υστέρησης των εσόδων του 2009.

Β. Τα καθαρά έσοδα το 1ο δίμηνο του 2010, εάν αφαιρέσουμε την έκτακτη εισφορά των επιχειρήσεων (περίπου 700 εκατ. ευρώ) και την επιστροφή των φόρων (και η οποία έχει παγώσει μέχρι 31.05.2010) παρουσιάζουν μείωση κατά 0,2% σε σχέση με την αντίστοιχη περίοδο του 2009, έναντι πρόβλεψης για αύξηση κατά 9,2%. Αυτή είναι η πραγματικότητα και ας ισχυρίζεται η Κυβέρνηση ότι πέτυχε τους Στόχους του Προγράμματος.

Σε ότι αφορά το περιεχόμενο του Νομοσχεδίου, η αξιολόγησή του θα πρέπει να γίνει σε συνδυασμό με τα πρόσφατα μέτρα αύξησης της έμμεσης φορολογίας και των φόρων κατανάλωσης (στα ποτά, στα τσιγάρα, στα καύσιμα και στον Φ.Π.Α.) και συρρίκνωσης των εισοδημάτων.

Μέτρα κοινωνικά άδικα και οικονομικά αναποτελεσματικά αφού οδηγούν σε βαθιά και παρατεταμένη ύφεση και υποδαυλίζουν την ψυχολογία της αγοράς. Πλήγμα που αποτυπώνεται στο «Δείκτη Οικονομικού Κλίματος».

Έτσι, η όποια μείωση προκύπτει από τις νέες φορολογικές κλίμακες για κατηγορίες εισοδημάτων (και η οποία κατά μέγιστο, και υπό την προϋπόθεση προσκόμισης αποδείξεων δαπανών [εδώ κρύβεται έμμεση φορολογική επιβάρυνση], ανέρχεται στα 340 ευρώ) δεν αντισταθμίζει τη φορολογική «αφαίμαξη» και την εισοδηματική «συρρίκνωση», που απορρέουν από τα επώδυνα «πακέτα» μέτρων της Κυβέρνησης.

Και ας μην ξεχνάμε ότι οι πραγματικά οικονομικά ανίσχυροι, αυτοί που το εισόδημά τους είναι τόσο μικρό ώστε δεν φορολογείται καν, δεν έχουν να κερδίσουν απολύτως τίποτα έναντι των πολλών που ήδη χάνουν (π.χ. μόνο από την αύξηση της τιμής της αμόλυβδης βενζίνης η Ελλάδα έγινε η 3η ακριβότερη χώρα στην Ευρώπη από 20η πριν από περίπου 2 μήνες). Σύμφωνα με εκτιμήσις αν συνυπολογιστεί και η αύξηση των έμμεσων φόρων, προκύπτει συνολική φορολογιση του ετήσιου εισοδήματος που φτάνει το 61%.

Σε ό,τι αφορά συγκεκριμένες ρυθμίσεις του Νομοσχεδίου:

  1. Οι τροποποιήσεις που έχουν γίνει σε ρυθμίσεις του Νομοσχεδίου δεν δικαιολογούν τη μεγάλη καθυστέρηση, αλλά είναι δείγμα της προχειρότητας και των γονατογραφημάτων που χαρακτηρίζει τις νομοθετικές πρωτοβουλίες της Κυβέρνησης.
  2. Κάποιες εισάγουν επιπλέον, κρυφές, φορολογικές επιβαρύνσεις σε βάρος μικρών και μεσαίων εισοδημάτων. Στην πράξη, καταργείται το αφορολόγητο των 12.000 ευρώ, δεδομένου ότι συνδέεται με αποδείξεις για το «χτίσιμο» του ορίου του, ακόμα και για πολύ μικρά, κάτω του ορίου αυτού, εισοδήματα. Ενδεικτικά αναφέρεται ότι, για ετήσιο εισόδημα 22.000 ευρώ (όπου προκύπτει και η μέγιστη ωφέλεια φόρου – 340 ευρώ), το ποσοστό δαπανών για τις αποδείξεις επί του εισοδήματος διαμορφώνεται στο 19%4.200 ευρώ).
  3. Κάποιες εισάγουν αδικίες για τα μεσαία εισοδήματα, σφίγγοντας το «φορολογικό κλοιό» γύρω τους. Έτσι, τα νέα τεκμήρια διαβίωσης είναι τεκμήρια ασφυξίας για αυτά τα εισοδήματα, ενώ οδηγούν σε μείωση του εισοδήματος που οφείλουν να δηλώσουν και του φόρου που πρέπει να πληρώσουν όσοι έχουν πολυτελή και πανάκριβα στοιχεία διαβίωσης.

Σε αυτό το σημείο να αναφέρω απλώς και να θυμίσω ότι ο κ. Υπουργός Οικονομικών, σε Συνέντευξή του τον προηγούμενο Σεπτέμβριο δήλωνε πως «τη φοροδιαφυγή δεν την πιάνεις με τεκμήρια διαβίωσης (Δελτίο Ειδήσεων Mega Channel, 7/09/2009).» Γρήγορα όμως λησμονούνται αυτές οι δηλώσεις.

  1. Κάποιες επιφέρουν φορολογική επιδρομή στη μεσαία και τη μικρομεσαία ιδιοκτησία, οι οποίες μαζί με τη φορολόγηση της πρώτης κατοικίας και με την πρόσφατη επιβάρυνση στις μεταβιβάσεις ακινήτων, χωρίς να λαμβάνεται υπόψη η αύξηση των αντικειμενικών αξιών, οδηγούν σε μείωση των συναλλαγών, αποθάρρυνση της επένδυσης στα ακίνητα, μείωση της κατασκευαστικής δραστηριότητας. Δραστηριότητας που έχει, ήδη, συρρικνωθεί σημαντικά (-22,6% το Δεκέμβριο του 2009) και η οποία παράγει θέσεις απασχόλησης, εισοδήματα, τζίρους και φορολογικά έσοδα.
  2. Κάποιες πλήττουν την πραγματική οικονομία. Η αύξηση των συντελεστών για εισοδήματα πάνω από 32.000 ευρώ λειτουργεί αποτρεπτικά σε οποιαδήποτε επένδυση. Η γενική πολιτική στόχευση θα πρέπει να είναι η μείωση των φορολογικών συντελεστών, όταν οι δημοσιονομικές συνθήκες φυσικά το επιτρέψουν, ώστε να ενισχυθούν οι επενδύσεις και να μειωθεί η φοροδιαφυγή.
  3. Ελάχιστες, και σε περιορισμένο βαθμό, έχουν αναπτυξιακό προσανατολισμό, βασικό ζητούμενο κάθε Φορολογικού Νομοσχεδίου, ειδικά όμως στις σημερινές συνθήκες. Ενδεικτικά αναφέρεται ότι αφιερώνονται μόνο 4 από τις 167 σελίδες του υπό διαμόρφωση Σχεδίου Νόμου σε μέτρα που θα μπορούσαν να δώσουν αναπτυξιακή ώθηση στην Ελληνική οικονομία.

Αλήθεια, όσον αφορά τα αναπτυξιακά κίνητρα, σε ποιο άρθρο του Νομοσχεδίου βρίσκεται το «Πράσινο Ταμείο» για το οποίο σημειώνεται στην αιτιολογική σας έκθεση πως «θεσπίζονται αναπτυξιακά φορολογικά κίνητρα για την ενίσχυση της πράσινης ανάπτυξης με τη χορήγηση αφορολόγητου για την κατάθεση ποσών στο «Πράσινο Ταμείο»;

  1. Κάποιες δημιουργούν τις προϋποθέσεις για φυγή κεφαλαίων προς το εξωτερικό. Η διάταξη για τη φορολογία των διανεμόμενων κερδών (μερισμάτων) που θα αθροίζονται με τα άλλα εισοδήματα και υπολογίζεται με βάση τη φορολογική κλίμακα οδηγεί σε υπερφορολόγηση των κερδών από επενδύσεις κεφαλαίων και τιμωρεί την επιχειρηματικότητα, που είναι ο κύριος μοχλός οικονομικής ανάπτυξης.
  2. Κάποιες είναι αναποτελεσματικές, αφού είναι γραφειοκρατικές και ανεφάρμοστες (πολύπλοκο σύστημα καταγραφής αποδείξεων, τήρηση επαγγελματικών λογαριασμών, εκτέλεση συναλλαγών μεταξύ ιδιωτών και επιχειρήσεων κ.α.).
  3. Κάποιες είναι ημιτελείς και ασαφείς, χρειάζονται περαιτέρω μελέτη και επεξεργασία (αναδιοργάνωση των φορολογικών υπηρεσιών, αποκάλυψη της διαφθοράς, επιτάχυνση της επιβολής προστίμων).

Με λίγα λόγια πρόκειται για ένα Νομοσχέδιο το οποίο είναι αντιαναπτυξιακό, πλήττει την κτηματαγορά και χαλάει την ψυχολογία της αγοράς.

Οι διατάξεις του σε συνδυασμό με τα «πακέτα» μέτρων της Κυβέρνησης οδηγούν σ’ ένα ανατροφοδοτούμενο καθοδικό υφεσιακό σπιράλ που θα ακυρώνει συνεχώς την αποτελεσματικότητα των μέτρων παρά τις μεγάλες θυσίες στις οποίες υποβάλλεται η κοινωνία και θα κάνει ορατό τον κίνδυνο της λήψης νέων μέτρων.