Ομιλία στην Ημερίδα της ΑΠΟΓΕΥΜΑΤΙΝΗΣ «Τράπεζες και Οικονομία: Το επόμενο βήμα»

Ομιλία στην Ημερίδα της ΑΠΟΓΕΥΜΑΤΙΝΗΣ «Τράπεζες και Οικονομία: Το επόμενο βήμα»

Κυρίες και Κύριοι,

Χαιρετίζω, ως Εκπρόσωπος του Κόμματος της Νέας Δημοκρατίας και του Προέδρου της κ. Αντώνη Σαμαρά, τις εργασίες της εξαιρετικά ενδιαφέρουσας και επίκαιρης Ημερίδας που διοργανώνει σήμερα η εφημερίδα ΑΠΟΓΕΥΜΑΤΙΝΗ.

Είμαι βέβαιος ότι κατά τη διάρκειά της θα πραγματοποιηθεί ένας ειλικρινής, ανοικτός και εποικοδομητικός διάλογος.

Θα κατατεθούν ρεαλιστικοί προβληματισμοί, θα αναπτυχθούν γόνιμες σκέψεις, θα ακουστούν υπεύθυνες θέσεις, θα εξαχθούν χρήσιμα συμπεράσματα.

Κυρίες και Κύριοι,

Τις τελευταίες δύο δεκαετίες σημειώθηκαν ραγδαίες αλλαγές στην παγκόσμια οικονομία προς την κατεύθυνση του εκσυγχρονισμού και της διεθνοποίησης του χρηματοπιστωτικού συστήματος, πυρήνας του οποίου είναι ο τραπεζικός τομέας.

Τόσο η θεωρία όσο και οι εμπειρικές μελέτες συγκλίνουν στη διαπίστωση ότι η εύρυθμη λειτουργία του τραπεζικού τομέα, ιδιαίτερα σε τραπεζοκεντρικές χώρες (bank-based countries) όπως είναι η Ελλάδα, αποτελεί προϋπόθεση για την υγιή ανάπτυξη της οικονομίας και την αποτελεσματική κατανομή των οικονομικών πόρων.

Από τα μέσα της δεκαετίας του 1980 καταβλήθηκαν συστηματικές προσπάθειες για τον εκσυγχρονισμό του ελληνικού τραπεζικού συστήματος, το οποίο χαρακτηρίζονταν, μέχρι τότε, από έντονες στρεβλώσεις και εγγενείς αδυναμίες.

Οι βασικοί παράγοντες που συνέβαλαν στο μετασχηματισμό και στην προσαρμογή του στις συνθήκες που διαμορφώθηκαν στην ενοποιημένη ευρωπαϊκή χρηματοπιστωτική αγορά ήταν η θεσμική απελευθέρωση του τραπεζικού συστήματος, η μεταβολή του πλαισίου κανόνων και εποπτείας των χρηματοπιστωτικών οργανισμών, η αυξανόμενη ενοποίηση των αγορών χρήματος και κεφαλαίου, η διεθνοποίηση των οικονομικών συναλλαγών, η ταχεία τεχνολογική πρόοδος στους τομείς των επικοινωνιών και της πληροφορικής, η αξιοποίηση των εργαλείων της χρηματοοικονομικής μηχανικής (financial engineering) και η ενίσχυση των ρυθμών μεγέθυνσης της ελληνικής οικονομίας.

Αυτές οι εξελίξεις τόνωσαν το επίπεδο του ανταγωνισμού στο ελληνικό τραπεζικό σύστημα, ενίσχυσαν το ύψος και διεύρυναν τις πηγές κερδοφορίας των πιστωτικών ιδρυμάτων, και ενίσχυσαν τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα η οποία συμβάλλει στην οικονομική και κοινωνική ευημερία.

Έτσι, η επιδείνωση των επιδόσεων της ελληνικής οικονομίας, εξαιτίας των επιπτώσεων της διεθνούς κρίσης και δυσμενών εγχώριων παράγοντων (συγκυριακών και διαρθρωτικών), βρήκε τα θεμελιώδη μεγέθη του ελληνικού τραπεζικού τομέα, κατά βάση, υγιή.[1]

Θετικά συνέβαλλε στη διαμορφωθείσα κατάσταση και η αποκλιμάκωση του κόστους άντλησης κεφαλαίων, λόγω των μέτρων της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας (ΕΚΤ), οι ευνοϊκές συνθήκες που επικράτησαν στις αγορές κεφαλαίων και η μερική αξιοποίηση των κυβερνητικών μέτρων ενίσχυσης της ρευστότητας της οικονομίας (Ν. 3723/2008).

Ωστόσο, μια σειρά από παράγοντες δημιουργούν ανησυχίες, δημιουργούν συνθήκες πιστωτικής ασφυξίας και εγκυμονούν κινδύνους για το Ελληνικό τραπεζικό σύστημα, όπως είναι:

  • Οι αβεβαιότητες του διεθνούς περιβάλλοντος.
  • Η επιβράδυνση του ρυθμού οικονομικής ανάπτυξης.
  • Το υψηλότερο κόστος Δανεισμού του Ελληνικού Δημοσίου λόγω της σημαντικής αύξησης των spreads.
  • Η συρρίκνωση των ρυθμών πιστωτικής επέκτασης (+4,2% προς τον ιδιωτικό τομέα το Νοέμβριο του 2009).
  • Η χειροτέρευση της ποιότητας του δανειακού χαρτοφυλακίου των τραπεζών (ο λόγος των δανείων σε καθυστέρηση προς το σύνολο των δανείων ανήλθε στο 7,2% το Σεπτέμβριο του 2009).
  • Η αισθητή μείωση του ποσοστού κάλυψης των δανείων σε καθυστέρηση από τις συσσωρευμένες προβλέψεις (42% το Σεπτέμβριο του 2009).
  • Τα χρηματοδοτικά ανοίγματα των ελληνικών τραπεζών στο εξωτερικό.
  • Η φυγή καταθέσεων προς το εξωτερικό και η μείωση της αποταμίευσης των ελληνικών νοικοκυριών (-3,3 δις. ευρώ το διάστημα Οκτώβριος – Νοέμβριος 2009).

Τα στοιχεία αυτά επιτάσσουν την ανάγκη συνετής διαχείρισης της κατάστασης από την Ελληνική πολιτεία και τα πιστωτικά ιδρύματα.

Σε ένα τέτοιο οικονομικό περιβάλλον, η Πολιτεία οφείλει να λαμβάνει πρωτοβουλίες για την ενίσχυση της ροής των πιστώσεων στην αγορά και την αναθέρμανση της οικονομίας. Έτσι, προς αυτή την κατεύθυνση:

1ον. Η Κυβέρνηση της Ν.Δ. προχώρησε στη διοχέτευση ρευστότητας στην οικονομία μέσω της παροχής πακέτου στήριξης προς τα πιστωτικά ιδρύματα, ύψους 28 δισ. ευρώ (και το οποίο πήρε παράταση από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή μέχρι τις 30 Ιουνίου).

Οι τράπεζες χρησιμοποίησαν περίπου το 40% αυτού του πακέτου (11,4 δισ. ευρώ), ενισχύοντας την κεφαλαιακή τους επάρκεια λόγω της αύξησης των εποπτικών ιδίων κεφαλαίων με την έκδοση προνομιούχων μετοχών που διατέθηκαν στο Ελληνικό Δημόσιο.[2]

2ον. Η Κυβέρνηση της Ν.Δ. προχώρησε και σε μια σειρά μέτρων για την προστασία των συναλλασσόμενων με τα πιστωτικά ιδρύματα, όπως είναι η αύξηση της νομικής εγγύησης των καταθετών, η προστασία των δανειοληπτών, η αναβάθμιση και απλοποίηση της λειτουργίας του Ταμείου Εγγυοδοσίας Μικρών και Πολύ Μικρών Επιχειρήσεων (ΤΕΜΠΜΕ).

3ον. Η Κυβέρνηση του ΠΑ.ΣΟ.Κ. προχώρησε, και αναμένεται να ολοκληρώσει και για τα νοικοκυριά, τη νομοθετική πρωτοβουλία για τη ρύθμιση χρεών φυσικών και νομικών προσώπων προς τα πιστωτικά ιδρύματα και για τη χαλάρωση των κριτηρίων επεξεργασίας δεδομένων οικονομικής συμπεριφοράς.

Νομοθετική πρωτοβουλία την οποία η Ν.Δ., στήριξε, παρά τις επισημάνσεις που έκανε η Αξιωματική Αντιπολίτευση και τη γνώμη που διατύπωσε η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα.

Και αυτό γιατί η επέκταση της ρύθμισης χρεών, εκτός από τις ληξιπρόθεσμες, και στις ενήμερες οφειλές, θα ενισχύσει τον ηθικό κίνδυνο και δύναται να επιδράσει αρνητικά στη ρευστότητα και στην κεφαλαιακή επάρκεια των τραπεζών, στο κόστος του κεφαλαίου και στην πιστωτική επέκταση.  

Όμως, και οι τράπεζες επιβάλλεται να αναλάβουν συγκεκριμένες δράσεις ή να ενδυναμώσουν συγκεκριμένες πρωτοβουλίες. Μεταξύ άλλων, απαιτείται, υπό την εποπτεία της Τράπεζας της Ελλάδος, από τις ίδιες:

1ον. Η συστηματική εξέταση, η διαρκής παρακολούθηση και η αποτελεσματική διαχείριση της φύσεως και του ύψους των κινδύνων που αναλαμβάνουν.

2ον. Η ενίσχυση των προβλέψεων για τον πιστωτικό κίνδυνο.

3ον. Η βελτίωση των κανόνων εσωτερικού και εξωτερικού ελέγχου και διαφάνειας.

4ον. Η ενίσχυση, ποσοτική και ποιοτική, της κεφαλαιακής τους επάρκειας.

5ον. Η διαφοροποίηση των πηγών χρηματοδότησης και άντλησης ρευστότητας.

6ον. Η αναθεώρηση των κανόνων εταιρικής διακυβέρνησης. Σύμφωνα με την Τράπεζα της Ελλάδος, απαιτείται η υιοθέτηση ενός υγιούς πλαισίου για τα στελέχη του χρηματοπιστωτικού τομέα (remuneration policies), το οποίο θα ευθυγραμμίζει τα κίνητρα που τους προσφέρονται προς τις ανάγκες της οικονομίας γενικότερα.

Με αυτές τις σκέψεις, και με την προσδοκία να σταματήσουν οι κυβερνητικές παλινωδίες και οι ερασιτεχνισμοί, θα σταματήσει η αποστολή λανθασμένων μηνυμάτων στις αγορές και να ληφθούν άμεσα τα αναγκαία μέτρα για τη δημοσιονομική εξυγίανση και την οικονομική ανάπτυξη, χαιρετίζω τη σημερινή Ημερίδα.

 


[1] Αξίζει μάλιστα να τονισθεί ότι, σε αντίθεση με ότι συμβαίνει σε πολλές άλλες χώρες, τα αίτια των προβλημάτων της ελληνικής οικονομίας δεν πηγάζουν από τον τραπεζικό τομέα ή τις διασυνδέσεις του με το παγκόσμιο χρηματοπιστωτικό χώρο (βλέπετε και Τράπεζα της Ελλάδος).

[2] Σημειώνεται ότι το Ελληνικό Δημόσιο, για το ποσό των 3,8 δις. ευρώ που έχει διατεθεί για την κεφαλαιακή ενίσχυση των τραπεζών εισπράττει απόδοση της τάξης του 10%.