Ερώτηση για το σχέδιο νόμου για τις Ανανεώσιμες Πηγές Ενέργειας και για...

Ερώτηση για το σχέδιο νόμου για τις Ανανεώσιμες Πηγές Ενέργειας και για τον περιορισμό των επενδύσεων στον τομέα των φωτοβολταϊκών

Η περιβαλλοντική ανταγωνιστικότητα αποτελεί μεγάλη πρόκληση και για την ελληνική οικονομία, καθώς ο τομέας του περιβάλλοντος και οι σχετικές τεχνολογίες του, προσφέρουν κερδοφόρες επιχειρηματικές ευκαιρίες που, εκτός των άλλων, θα τονώσουν την απασχόληση. Κλάδοι όπως αυτός της εξοικονόμησης ενέργειας, των ανανεώσιμων πηγών, της διαχείρισης απορριμμάτων, των βιολογικών καθαρισμών, της περιβαλλοντικής αποκατάστασης μπορούν να προσφέρουν πολλά στην οικονομική δραστηριότητα και να αξιοποιήσουν τα συγκριτικά πλεονεκτήματα της χώρας μας.

Ωστόσο, η χώρα μας, παρά τις ευνοϊκές συνθήκες που πλουσιοπάροχα μας δωρίζει η φύση, έχει καθυστερήσει στη χρήση των εναλλακτικών μορφών παραγωγής ενέργειας και δεν έχει αξιοποιήσει ικανοποιητικά το συγκριτικό της πλεονέκτημα. Στο πλαίσιο αυτό, σημειώνεται ότι τα φωτοβολταϊκά συστήματα αποτελούν μία από τις πολλά υποσχόμενες τεχνολογίες στο χώρο της ενέργειας που χαρακτηρίζεται ολοένα και περισσότερο από τις μικρές αποκεντρωμένες εφαρμογές σε ένα περιβάλλον απελευθερωμένης αγοράς. Η βαθμιαία αύξηση των μικρών ηλεκτροπαραγωγών από ΑΠΕ μπορεί να καλύψει αποτελεσματικά τη διαρκή αύξηση της ζήτησης ηλεκτρικής ενέργειας, η οποία σε διαφορετική περίπτωση θα πρέπει να καλυφθεί με μεγάλες επενδύσεις σε σταθμούς ηλεκτροπαραγωγής. Η θέσπιση του Ν. 3468/2006 δημιούργησε το κατάλληλο θεσμικό πλαίσιο για την παραγωγή ενέργειας από φωτοβολταϊκούς σταθμούς, ενώ η ύπαρξη του επενδυτικού ενδιαφέροντος ξεπέρασε κάθε προσδοκία. Ενδεικτικά αναφέρεται ότι μόνο στην περιοχή της Κρήτης υπήρξαν περίπου 7.000 επενδυτές που ενδιαφέρθηκαν για επενδύσεις στον τομέα. Μάλιστα, ένα μόλις χρόνο πριν, ψηφίστηκε ο νόμος 3734/2009 για την τιμολόγηση της ενέργειας των φωτοβολταϊκών συστημάτων, ο οποίος μάλιστα προβλέπει και τη σταδιακή μείωση της τιμής.

Ωστόσο, η κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ, παρά τις εξαγγελίες της περί «πράσινης ανάπτυξης», δεν έχει λάβει κανένα συγκεκριμένο μέτρο για την προώθηση των επενδύσεων στον τομέα των Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας. Αντίθετα, έθεσε στις 14 Φεβρουαρίου, και μόλις για τέσσερις εργάσιμες ημέρες, σε διαβούλευση σχέδιο νόμου, το οποίο σαφώς βλάπτει τις επενδύσεις στον τομέα των φωτοβολταϊκών συστημάτων. Ειδικότερα, με το σχέδιο νόμου «Επιτάχυνση της ανάπτυξης των Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας για την αντιμετώπιση της κλιματικής αλλαγής» και παρά τις διαβεβαιώσεις από πλευράς Υπουργείου Περιβάλλοντος ότι με τις προτεινόμενες ρυθμίσεις μπαίνουν οι βάσεις για την ταχεία και ορθολογική ανάπτυξη των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας, η κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ αιφνιδιάζει για ακόμα μια φορά την αγορά και προτείνει μείωση κατά 20%-30% στις τιμές πώλησης της παραγόμενης από φωτοβολταϊκά ηλεκτρικής ενέργειας.

Στο πλαίσιο αυτό, υπογραμμίζεται ότι οι αντιδράσεις στην αγορά είναι έντονες, ενώ αρκετοί επενδυτές υποστηρίζουν ότι πίσω από την εν λόγω απόφαση υποκρύπτεται η πρόθεση της πολιτικής ηγεσίας του Υπουργείου να προωθηθούν κυρίως τα αιολικά, σε βάρος των φωτοβολταϊκών πάρκων, καθώς την ίδια περίοδο που το υπουργείο μειώνει την επιδοτούμενη τιμή αγοράς ενέργειας από φωτοβολταϊκά, με άλλη του απόφαση αυξάνει κατά 7 ευρώ/MWh την τιμή αγοράς ενέργειας από τις άλλες μορφές ΑΠΕ (βιομάζα, γεωθερμία, κλπ) συμπεριλαμβανομένων και των αιολικών, ώστε στα τελευταία, η τιμή ανέβηκε στα 87 ευρώ από 80 ευρώ η μεγαβατώρα.

Ως εκ τούτου, επενδυτές στον τομέα των φωτοβολταϊκών ανησυχούν έντονα, καθώς θα υποστούν σημαντική οικονομική βλάβη, ενώ έχουν ξεπεράσει τις κωλυσιεργίες της γραφειοκρατίας περίπου τριών ετών (από το 2007), πληρώνοντας μάλιστα ένα τεράστιο κόστος για δημιουργία εταιρείας, μελέτες για αίτηση εξαίρεσης, περιβαλλοντικής – ηλεκτρομηχανικής, ενοίκια γραφείων και ενοίκια ή αγορά οικοπέδων, λογιστές και έχοντας σπαταλήσει χιλιάδες εργατοώρες διεκπεραιώνοντας τις σχετικές διαδικασίες σε πολεοδομίες, δασαρχεία, επιτροπές Νομαρχιών, αρχαιολογίες, ΡΑΕ, ΔΕΗ, ΔΕΣΜΗΕ, εφορίες, υποθηκοφυλακεία. Επιπροσθέτως, η κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ, παρότι υποτίθεται ότι υποστηρίζει την «πράσινη ανάπτυξη», έχει στερήσει από τους επενδυτές και το δικαίωμα να υπαχθούν στον Αναπτυξιακό Νόμο, καθώς τον «πάγωσε» από τα τέλη Ιανουαρίου, ενώ σαν «χαριστική βολή» προχωρά με νέες ρυθμίσεις και σε μείωση της τιμής αγοράς ενέργειας από φωτοβολταϊκά, ώστε καθιστά πλέον για πολλούς ασύμφορη την επένδυση. Πέραν τούτου, οι οικονομοτεχνικές μελέτες που έχουν ήδη κατατεθεί έχουν κριθεί βιώσιμες με βάση την τιμή 0,5 € ανά κιλοβατώρα και όχι με την μειωμένη τιμή που προτίθεται να επιβάλλει η Υπουργός. 

Επιπροσθέτως, τονίζεται ότι ακόμη και σήμερα δεν έχουν δοθεί άδειες παραγωγής και εξαιρέσεις για αιτήσεις που είχαν υποβληθεί στην ΡΑΕ από τον Ιούνιο του 2007 και μετά, οι οποίες είχαν υποβληθεί με το καθεστώς του νόμου 3468/2006 και για τις οποίες ο νόμος 3734/2009 προβλέπει ειδικό χρονοδιάγραμμα αξιολόγησης τους, το οποίο δεν έχει τηρηθεί. Και σήμερα, η υποστηρικτική της «πράσινης ανάπτυξης»  πρωτοβουλία της κυβέρνησης δεν κινείται προς την κατεύθυνση της επίλυσης των γραφειοκρατικών αγκυλώσεων στις διαδικασίες αξιολόγησης, αλλά αντίθετα προτείνει ρυθμίσεις για τη μείωση των τιμών αγοράς ενέργειας από φωτοβολταϊκά. Δεδομένο είναι ότι εάν ψησιστεί η συγκεκριμένη διάταξη, το αποτέλεσμα θα είναι να δημιουργηθεί ένα μονοπώλιο 4-5 εταιρειών, καθώς οι εγκλωβισμένοι μικροεπενδυτές θα έχουν δύο επιλογές: ή να τις πουλήσουν σε μεγάλες επιχειρήσεις ενέργειας ή να μην τις υλοποιήσουν.

Από τα παραπάνω προκύπτει ότι οι προθέσεις της κυβέρνησης για την προώθηση της λεγόμενης «πράσινης ανάπτυξης» παραμένουν απλώς σε επίπεδο ανακοινώσεων, ενώ στην πραγματικότητα προωθούνται αντίθετες ρυθμίσεις. Ρυθμίσεις που λειτουργούν αποτρεπτικά για την ανάπτυξη των Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας στη χώρα μας. Ως εκ τούτου, η «ψευδεπίγραφη» και «επικοινωνιακά χρήσιμη» σοσιαλιστική «πράσινη ανάπτυξη» σε καμία περίπτωση δεν προωθεί την «αειφορία», δηλαδή τη διατηρήσιμη ανάπτυξη που παράγει τους όρους της συνέχισής της και συνδέει το περιβάλλον με την ανταγωνιστικότητα.

Κατόπιν των ανωτέρω

ΕΠΕΡΩΤΑΤΑΙ Η ΑΡΜΟΔΙΑ ΥΠΟΥΡΓΟΣ

  1. Τι ακριβώς εννοεί η κυβέρνηση με τον όρο «πράσινη ανάπτυξη»;
  2. Πόσα χρήματα έχει δεσμεύσει η κυβέρνηση για την ουσιαστική προώθηση της «πράσινης ανάπτυξης» και για ποιες συγκεκριμένες πρωτοβουλίες και μέτρα; Ποια είναι τα συγκεκριμένα μέτρα πολιτικής που έχει λάβει έως σήμερα η κυβέρνηση για την «πράσινη ανάπτυξη»;
  3. Για ποιο λόγο η διαβούλευση του νομοσχεδίου «Επιτάχυνση της ανάπτυξης των Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας για την αντιμετώπιση της κλιματικής αλλαγής» διήρκησε μόνο για τέσσερις εργάσιμες ημέρες;
  4. Εντάσσεται στο πλαίσιο προώθησης της «πράσινης ανάπτυξης» η πρωτοβουλία για τη μείωση κατά 20%-30% των τιμών πώλησης της παραγόμενης από φωτοβολταϊκά ηλεκτρικής ενέργειας και η συνεπαγόμενη μείωση του οικονομικού οφέλους των επενδυτών που δραστηριοποιούνται στον τομέα;
  5. Έχει λάβει η κυβέρνηση υπόψη της για την προώθηση των ρυθμίσεων για τις ΑΠΕ τις θέσεις και τα αιτήματα του Πανελλήνιου Συνδέσμου Επενδυτών Φωτοβολταϊκών; Εάν ναι, ποιες συγκεκριμένες θέσεις του Συνδέσμου υιοθέτησε και ποια συγκεκριμένα αιτήματα ικανοποίησε;
  6. Για ποιο λόγο καθυστερούν οι υπογραφές των συμβάσεων αγοροπωλησίας επενδυτών με τη ΔΕΗ, που έχουν συνταχθεί κατά τις ρυθμίσεις του νόμου 3468/2006; Μήπως αποσκοπεί η κυβέρνηση στην υπογραφή των συμβάσεων με χαμηλότερη τιμή πώλησης της παραγόμενης από φωτοβολταϊκά ηλεκτρικής ενέργειας και όχι με αυτήν που προβλέπονταν αρχικά;
  7. Για ποιο λόγο καθυστερούν οι όποιες τροποποιητικές, άνευ ουσίας, εγκρίσεις ζητούνται από τη ΡΑΕ; Μήπως για να μην προλάβουν οι επενδυτές να «κλείσουν» την υψηλότερη τιμή πώλησης ηλεκτρικού ρεύματος μέχρι τον Αύγουστο του 2010;
  8. Για ποιο λόγο καταργείται η περιβαλλοντική μελέτη από τις εγκαταστάσεις φωτοβολταϊκών πάρκων; Ποια είναι η σκοπιμότητα και ποιες οι πιθανές επιπτώσεις του μέτρου;
  9. Ποιες είναι οι συγκεκριμένες προθέσεις της κυβέρνησης για την άμεση ενεργοποίηση του Αναπτυξιακού Νόμου, καθώς όλοι οι επενδυτές έκαναν τον προγραμματισμό των επενδύσεων τους από το 2006 με το ισχύον καθεστώς του αναπτυξιακού και δεν έχουν υλοποιήσει τις επενδύσεις τους με υπαιτιότητα της κυβέρνησης;