Η Ναυτεμπορική: Ο ρόλος του κράτους και η κοινωνική ευθύνη των επιχειρήσεων

Η Ναυτεμπορική: Ο ρόλος του κράτους και η κοινωνική ευθύνη των επιχειρήσεων

Σε περιόδους οικονομικών κρίσεων, όπως αυτή που βιώνουμε, τα δύο βασικά δομικά συστατικά του συστήματος οικονομικής οργάνωσης, το κράτος και η αγορά, καλούνται να ανταποκριθούν, με υπευθυνότητα και αποτελεσματικότητα, στις ανάγκες και απαιτήσεις της κοινωνίας. Της κοινωνίας που αποτελεί τον τελικό δέκτη του υψηλού κόστους που συνοδεύει μια συστημική διαταραχή της οικονομίας. Ενδεικτικά, οι Eichengreen et al. (1996) υποστηρίζουν ότι οι επιπτώσεις μίας κρίσης μειώνουν κατά 1% το ΑΕΠ κατά το έτος εκδήλωσής της και κατά 3% την επόμενη χρονιά. Οι Hoggarth et al. (2001) καταλήγουν πως οι συνολικές απώλειες της οικονομίας κατά τη διάρκεια μιας τραπεζικής κρίσης κυμαίνονται από 15% έως 20% του ΑΕΠ, ενώ οι Demirgoc-Kunt et al. (2000) υπογραμμίζουν πως η ανάκαμψη της παραγωγικής διαδικασίας ξεκινά από το δεύτερο έτος μετά την κρίση. Επιπρόσθετα, το μέσο δημοσιονομικό κόστος μιας συστημικής τραπεζικής κρίσης εκτιμάται, σύμφωνα με πρόσφατη μελέτη του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου (2008), στο 15% του ΑΕΠ.
Συνεπώς, πρώτιστο μέλημα κυβερνήσεων και εποπτικών και ρυθμιστικών αρχών είναι η διασφάλιση της σταθερότητας του χρηματοπιστωτικού συστήματος και της ευρωστίας της πραγματικής οικονομίας. Το κράτος θα πρέπει να παρεμβαίνει και να μεριμνά για τη βέλτιστη λειτουργία του μηχανισμού της αγοράς και την εξασφάλιση της μέγιστης οικονομικής αποτελεσματικότητας, την κοινωνικά δικαιότερη κατανομή του εισοδήματος και του παραγόμενου πλούτου και τη σταθεροποίηση της οικονομίας. Να αντανακλά τα αιτήματα για αποτελεσματικότητα και δικαιοσύνη μιας ελεύθερης κοινωνίας, ο συνδυασμός των οποίων καταλήγει σε μια μικτή οικονομία που καλύπτεται από τη φιλοσοφία του κοινωνικού φιλελευθερισμού (Κορλίρας, 2003).
Προς την κατεύθυνση αυτή, και μακριά από προσεγγίσεις άκρατου κρατικού παρεμβατισμού, κινούνται και οι πρωτοβουλίες που έχουν προωθηθεί από την ελληνική κυβέρνηση για την ενίσχυση της εγγύησης των καταθέσεων, την προστασία των δανειοληπτών και την ενίσχυση της ρευστότητας στην οικονομία. Η άμεση εφαρμογή του εν λόγω ολοκληρωμένου σχεδίου, σε συνδυασμό με τα μέτρα που θα συμπεριληφθούν και στον Προϋπολογισμό του 2009, για την τόνωση της απασχόλησης και την ενίσχυση της κοινωνικής συνοχής, αναμένεται να συμβάλει καθοριστικά στη μείωση των επιπτώσεων της κρίσης στην ελληνική οικονομία. Εκτιμάται ότι θα αμβλυνθούν οι πιέσεις στα διατραπεζικά επιτόκια, θα διοχετευθεί ρευστότητα στην οικονομία και θα ενισχυθεί η κεφαλαιακή επάρκεια των πιστωτικών ιδρυμάτων.
Σημαντικό μερίδιο όμως κοινωνικής ευθύνης έχουν και οι επιχειρήσεις. Κοινωνική ευθύνη που στην τρέχουσα οικονομική και κοινωνική συγκυρία, τα πιστωτικά ιδρύματα καλούνται άμεσα και έμμεσα να αναλάβουν. Άμεσα, ενισχύοντας και στηρίζοντας τα χαμηλά κοινωνικά στρώματα. Ενδεχομένως, θα μπορούσαν τα τραπεζικά ιδρύματα να συνεισφέρουν μερίδιο των κερδών τους που θα προκύψει από τη χρήση του πακέτου ενίσχυσης της ρευστότητας της οικονομίας στο Εθνικό Ταμείο Κοινωνικής Συνοχής. Τέτοιες συμπεριφορές και δράσεις ενσωματώνουν στοιχεία υπεύθυνης επιχειρηματικότητας και καταλήγουν υπέρ των μακροπρόθεσμων επιχειρηματικών τους συμφερόντων. Έμμεσα, διευκολύνοντας την πιστωτική επέκταση σε νοικοκυριά και επιχειρήσεις μέσω της μείωσης των επιτοκίων χορηγήσεων. Μία μείωση των επιτοκίων που θα είναι σε αντιστοιχία με το επίπεδο του επιτοκίου της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας και τις κεφαλαιακές ενισχύσεις της Ελληνικής κυβέρνησης.
Η Κυβέρνηση με τα μέτρα που έχει λάβει, αλλά και τις πρωτοβουλίες που αναμένεται να προωθήσει, ανταποκρίνεται με υπευθυνότητα στις προκλήσεις που δημιουργεί η τρέχουσα δυσμενής συγκυρία. Απομένει και η εκδήλωση υπεύθυνης στάσης από τα πιστωτικά ιδρύματα, η κοινωνική ευθύνη των οποίων έγκειται στην αποτελεσματικότητα της αξιοποίησης και διοχέτευσης των πόρων του σχεδίου ρευστότητας στην οικονομία και στην αμεσότητα που οι πόροι αυτοί θα καρπωθούν και θα επιστρέψουν στην κοινωνία.
 
Πηγές:
Demirguc-Kunt, A., E. Detragiache and P. Gupta (2000) “Inside the crisis: An empirical analysis of banking systems in distress”, Working Paper No 00/156, IMF.
Eichengreen, Β., A. Rose and C. Wyplosz (1996) “Contagious currency crises: First tests”, Scandinavian Journal of Economics, 98 (4), 463-484.
Hoggarth, G., R. Reis and V. Saporta (2001) “Costs of banking system instability: Some empirical evidence”, Working Paper No 114, Bank of England.
Κορλίρας, Π. (2003), Η αναζήτηση της οικονομικής τάξης, Εκδόσεις Λιβάνη, Αθήνα
Laeven, L. and F. Valencia, (2008) “Systemic Banking Crises: A New Database”, Working Paper No. 08/224, IMF.