Δυτική: Η διεθνής χρηματοπιστωτική κρίση και οι επιπτώσεις στην ελληνική οικονομία

Δυτική: Η διεθνής χρηματοπιστωτική κρίση και οι επιπτώσεις στην ελληνική οικονομία

Σήμερα, η παγκόσμια κοινότητα διανύει μια περίοδο μεγάλης αβεβαιότητας, σοβαρών αναταράξεων και ισχυρών κλυδωνισμών. Η διεθνής χρηματοπιστωτική κρίση, σε συνδυασμό με τις σημαντικές αυξήσεις στις διεθνείς τιμές του πετρελαίου, των τροφίμων και των άλλων πρώτων υλών, έχει αρχίσει να επιδρά και στην πραγματική οικονομία, επηρεάζοντας την ανάπτυξη, την απασχόληση και την κοινωνική συνοχή.

Η κρίση στις διεθνείς χρηματοπιστωτικές αγορές, είναι μεγάλη, βαθιά και πολυδιάστατη. Οι επιπτώσεις της είναι σημαντικές, ενώ η διάρκειά της απρόβλεπτη.
Σε μια τέτοια κατάσταση, η εμπιστοσύνη των πολιτών κλονίζεται, ενώ κυριαρχούν η ανησυχία, η ανασφάλεια και η αβεβαιότητα. Δεν χρειάζεται όμως να επικρατήσει ο πανικός, ιδιαίτερα σήμερα που οι κυβερνήσεις έχουν – σε σχέση με το παρελθόν – πολύ μεγαλύτερη εμπειρία στη διαχείριση τέτοιων κρίσεων και περισσότερα εργαλεία στη διάθεσή τους, ενώ είναι πολύ πιο πρόθυμες να καταφύγουν στη διεθνή συνεργασία για να τις αντιμετωπίσουν.
 
Αίτια της κρίσης
Η δομική και συστημική χρηματοπιστωτική κρίση οφείλεται σε μια σειρά από παράγοντες, όπως:
  • Η σταδιακή κατάρρευση της αγοράς των στεγαστικών δανείων στις Η.Π.Α.
  • Τα προβλήματα στην αγορά των ενυπόθηκων στεγαστικών δανείων υψηλού ρίσκου (subprime).
  • H τιτλοποίηση των στεγαστικών δανείων και η χρήση πιστωτικών παραγώγων που οδήγησε σε μόλυνση των ισολογισμών των χρηματοπιστωτικών οργανισμών με «τοξικά» χαρτοφυλάκια.
  • Η αλόγιστη απληστία (τα «οικονομικά της απληστίας» κατά τον Πολ Κρούγκμαν).
  • Η παρατεταμένη ρυθμιστική αδράνεια και η ελλειπής εποπτεία εθνικών αρχών και φορέων, κυρίως στις μη εποπτευόμενες περιοχές των αγορών κεφαλαίου.
  • Το έλλειμμα εταιρικής διακυβέρνησης σε συνδυασμό με την ανεπαρκή αξιολόγηση κινδύνων.
  • Η μόχλευση των ιδίων κεφαλαίων με δανειακά κεφάλαια (η χρηματοδότηση δηλαδή των επενδύσεων με ξένα και όχι με ίδια κεφάλαια, που με την αύξηση των επιτοκίων έγιναν πολύ ακριβά).
Η επίδραση στην ελληνική οικονομία
Η παγκόσμια κρίση αγγίζει και την Ελληνική οικονομία, κυρίως μέσω της επιβράδυνσης των ρυθμών οικονομικής μεγέθυνσης και της αύξησης του κόστους άντλησης χρήματος. Η ενίσχυση του κόστους άντλησης του χρήματος έχει περιορίσει τους ρυθμούς πιστωτικής επέκτασης και έχει αυξήσει τη δαπάνη εξυπηρέτησης των υποχρεώσεων των δανειοληπτών, ιδίως για τα νοικοκυριά που έχουν υπερδανειστεί ή έχουν σχετικά χαµηλά εισοδήµατα.
Παράλληλα, οι περισσότερο διεθνοποιημένοι τομείς της οικονομίας μας, όπως ο τουρισμός και η ναυτιλία, καθώς και οι εξαγωγικοί κλάδοι της μεταποίησης με σημαντική έκθεση στις ανεπτυγμένες οικονομίες, αναμένεται να υποστούν τις όποιες συνέπειες από την εξασθένηση της διεθνούς ζήτησης. Παράλληλα, η διεθνής κεφαλαιακή στενότητα και επιφυλακτικότητα ενδέχεται να επηρεάσει τις εισροές ξένων επενδυτικών κεφαλαίων στην Ελληνική οικονομία.
Οι Ελληνικές τράπεζες, από τη μεριά τους, δεν είναι ιδιαίτερα εκτεθειμένες στις πρακτικές που ακολουθούνται σε άλλα μέρη του κόσμου (έκθεση δηλαδή σε σύνθετα χρηματοοικονομικά προϊόντα). Είναι γεγονός ότι οι Ελληνικές τράπεζες τα τελευταία χρόνια στήριξαν την ανάπτυξή τους στην οργανική κερδοφορία μέσω της ενίσχυσης των χορηγήσεων και της επέκτασης στις χώρες της Νοτιοανατολικής Ευρώπης. Συνεπώς, οι Ελληνικές τράπεζες δεν επηρεάζονται άμεσα από την παγκόσμια χρηματοπιστωτική κρίση, αλλά έμμεσα (μέσα από την αύξηση του κόστους χρήματος, στο βαθμό που οι τράπεζες της χώρας μας συμμετέχουν στην παγκόσμια διατραπεζική αγορά).
 
Αντιμετώπιση της κρίσης
Σε αυτό το διεθνές περιβάλλον, στόχος των κυβερνήσεων, των εποπτικών και των ρυθμιστικών αρχών είναι η σταθεροποίηση της κατάστασης στο παγκόσμιο χρηματοπιστωτικό σύστημα και η ανάκτηση της εμπιστοσύνης στο χρηματοπιστωτικό τομέα ώστε να αποφευχθεί η συστημική κατάρρευση.
Για το λόγο αυτό γίνονται διαδοχικές παρεμβάσεις στις αγορές χρήματος (ενέσεις ρευστότητας και σχέδια διάσωσης και υποστήριξης [bailout] σε Η.Π.Α. και Ευρωπαϊκή Ένωση) και κεφαλαίου (π.χ. απαγόρευση ανοικτών πωλήσεων), ενώ αρκετές εθνικές κυβερνήσεις κρατικοποιούν μέρος των προβληματικών χαρτοφυλακίων ή των κεφαλαίων των χρηματοπιστωτικών οργανισμών.
Στις Η.Π.Α., οι πτωχεύσεις ή εξαγορές επενδυτικών τραπεζών (Bear Sterns, Lehman Brothers και Merrill Lynch) και η μετατροπή των υπολοίπων ισχυρών επενδυτικών τραπεζών σε τραπεζικούς ομίλους συμμετοχών (Goldman Sachs και Morgan Stanley) έφεραν το τέλος της επενδυτικής τραπεζικής και επαναπροσδιόρισαν το τοπίο του σύγχρονου χρηματοοικονομικού κόσμου, ενώ το αμερικανικό Δημόσιο με κινήσεις της Κεντρικής Τράπεζας και πρωτοβουλίες του Υπουργείου Οικονομικών προχώρησε σε δραστικές παρεμβάσεις (π.χ. κρατική ομπρέλα προστασίας στις AIG, Fannie Mae και Freddie Mac).
Σε ευρωπαϊκό επίπεδο, οι κυβερνήσεις πρόσφατα αποφάσισαν την ενίσχυση της εγγύησης των καταθέσεων, ενώ στην τελευταία συνάντηση των ηγετών του Eurogroup (12.10.2008) απεφασίσθη ένα σχέδιο με το οποίο διασφαλίζονται η κρατική προστασία των χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων, οι συναλλαγές, ο δανεισμός και η συνεχής ροή χρηματοδότησης. Συγκεκριμένα, το σχέδιο προβλέπει τη διασφάλιση της ρευστότητας στις τράπεζες, την εξυγίανση της λειτουργίας τους, τον δανεισμό τους με κρατικές εγγυήσεις, την επανακεφαλαιοποίηση, τον εκσυγχρονισμό των λογιστικών προτύπων, ενώ βάζει «φρένο» στον ανταγωνισμό μεταξύ τους.
 
Μελλοντικές πρωτοβουλίες
Σε μεσομακροπρόθεσμο χρονικό ορίζοντα όμως απαιτείται η ανάληψη και άλλων πρωτοβουλιών, όπως:
  • Η ενίσχυση της συνεργασίας και του συντονισμού σε Ευρωπαϊκό, αλλά και σε διεθνές, επίπεδο ανάμεσα στις κυβερνήσεις, στις κεντρικές τράπεζες και στις ρυθμιστικές αρχές για την αντιμετώπιση των προκλήσεων στη διεθνή οικονομία.
  • Η βελτίωση και ενδυνάμωση των κανόνων ελέγχου και διαφάνειας και των μηχανισμών εποπτείας του χρηματοπιστωτικού συστήματος.
  • Η αναδιάταξη και ενίσχυση του όλου πλέγματος ανάληψης, διαχείρισης και παρακολούθησης χρηματοοικονομικών κινδύνων, ενδεχομένως με α) την ενδυνάμωση των κριτηρίων κεφαλαιακής επάρκειας, β) τη βελτίωση των μεθόδων και διαδικασιών διαχείρισης κινδύνων, και γ) τον περιορισμό του φαινομένου της αντικυκλικότητας των απαιτήσεων κεφαλαιακής επάρκειας των τραπεζών. Αναφορικά με το τελευταίο, απαιτούνται ρυθμιστικές πρωτοβουλίες για τον περιορισμό των δυσμενών συνεπειών των οικονομικών κύκλων των οικονομιών μέσω της μέριμνας για μεγαλύτερα αποθεματικά και επαρκείς προβλέψεις σε ανοδικές φάσεις του κύκλου ώστε να καλύπτονται οι χρηματοπιστωτικές ανάγκες της οικονομίας σε καθοδικές φάσεις.
  • Η αναθεώρηση των κανόνων εποπτείας του λεγόμενου «σκιώδους» χρηματοπιστωτικού συστήματος.
  • Η αναθεώρηση των κανόνων εταιρικής διακυβέρνησης, ιδιαίτερα του τρόπου εγκρίσεως των πάσης φύσεως αμοιβών και κινήτρων των στελεχών.
  • H αναθεώρηση των κανόνων λειτουργίας και εποπτείας των οργανισμών αξιολόγησης της πιστοληπτικής ικανότητας των χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων και του κινδύνου των προϊόντων που παρέχουν. Σημαντικά θέματα που θα πρέπει να προσεχθούν είναι η αποφυγή σύγκρουσης συμφερόντων και η γνωστοποίηση της μεθόδου αποτίμησης των επιχειρήσεων.
Ειδικότερα, στην περίπτωση της Ελλάδας, η προώθηση και ολοκλήρωση των διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων είναι απαραίτητη για τη θωράκιση της Ελληνικής οικονομίας έναντι της δυσμενούς διεθνούς συγκυρίας. Αν αυτό δεν επιτευχθεί, σύμφωνα και με την Ενδιάμεση Έκθεση Νομισματικής Πολιτικής της Τράπεζας της Ελλάδος, οι αρνητικές συνέπειες θα είναι σοβαρότερες, θα διαρκέσουν περισσότερο και το μεγαλύτερο βάρος τους θα το επωμιστούν, δυστυχώς, οι οικονομικά ασθενέστερες κοινωνικές ομάδες. Συνεπώς, η Ελληνική Κυβέρνηση, με υπευθυνότητα και αποφασιστικότητα, προωθεί νομοσχέδια και πρωτοβουλίες για τη διατήρηση της αξιοπιστίας και εύρυθμης λειτουργίας του χρηματοπιστωτικού συστήματος και την ενίσχυση των κοινωνικών ομάδων που επηρεάζονται περισσότερο από την οικονομική συγκυρία, ενώ, παράλληλα συνεχίζει το πρόγραμμα διαθρωτικών μεταρρυθμίσεων για την ενδυνάμωση της ανταγωνιστικότητας της ελληνικής αγοράς, την ενίσχυση της αναπτυξιακής διαδικασίας, τη μακροοικονομική σταθερότητα και την τόνωση της κοινωνικής συνοχής.
Σε κάθε περίπτωση, εκείνο το οποίο απαιτείται δεν είναι η επιστροφή σε οποιαδήποτε μορφή προστατευτισμού αλλά η περαιτέρω ενίσχυση της αποτελεσματικότητας του υφισταμένου ρυθμιστικού και εποπτικού πλαισίου με βάση τους άξονες γύρω από τους οποίους αυτό έχει σταδιακά διαμορφωθεί και με γνώμονα τις εμπειρίες που αντλήθηκαν από την πρόσφατη κρίση. Το ζητούμενο στην πραγματικότητα δεν είναι η ποσότητα αλλά η ποιότητα των παρεμβάσεων. Οι κατάλληλες και ποιοτικές παρεμβάσεις, λοιπόν, σε συνδυασμό με την οικονομική και αναπτυξιακή πολιτική που ακολουθείται με συνέπεια τα τελευταία χρόνια, αναμένεται να ενισχύσουν το δίχτυ κοινωνικής προστασίας, να σταθεροποιήσουν το οικονομικό περιβάλλουν και να δημιουργήσουν τις προϋποθέσεις για νέα ώθηση της αναπτυξιακής διαδικασίας στη χώρας μας.