Απογευματινή: Η Ευρωπαϊκή πολιτική στον Καύκασο και ο ρόλος της Ελλάδας

Απογευματινή: Η Ευρωπαϊκή πολιτική στον Καύκασο και ο ρόλος της Ελλάδας

Πριν από λίγους μήνες, οι ηγέτες των κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης (Ε.Ε.) έθεσαν κάποιες θεσμικές βάσεις για τη δημιουργία μιας Κοινής Εξωτερικής Πολιτικής και Πολιτικής Ασφάλειας (Κ.Ε.Π.Π.Α.). Ωστόσο, όπως χαρακτηριστικά τονίζει και ο Καθηγητής κ. Πάνος Καζάκος, η αποτελεσματικότητα της ΚΕΠΠΑ εξαρτάται όχι μόνον από την εκλογίκευση των θεσμών αλλά και από την ουσιαστική σύγκλιση των συμφερόντων.[1]
Η τρέχουσα κρίση στον Καύκασο αποτέλεσε την αφορμή για να παρουσιαστεί, δειλά αλλά ουσιαστικά, η πολυπόθητη για τους ευρωπαϊστές σύγκλιση των συμφερόντων στο πεδίο της εξωτερικής πολιτικής. Από την πρώτη στιγμή εκδήλωσης της σύγκρουσης Ρωσίας – Γεωργίας η Ε.Ε. έλαβε δυναμικές πρωτοβουλίες για την αποκλιμάκωση της κρίσης.
Επιδίωξε την άμεση κατάπαυση του πύρος και την προστασία των αμάχων, την αποτροπή μιας παρέμβασης των ΗΠΑ ή του ΝΑΤΟ που θα αναβίωνε μια ψυχροπολεμική κατάσταση με καταστροφικές επιδράσεις για το ευρωπαϊκό οικοδόμημα, και την αποφυγή μιας γενικευμένης αποσταθεροποίησης στην περιοχή που θα είχε τεράστιες αρνητικές επιπτώσεις στις ενεργειακές ανάγκες της Ευρώπης. Αποτέλεσμα των πρωτοβουλιών αυτών, αλλά και των συντονισμένων ενεργειών του Προεδρεύοντα την Ε.Ε. Προέδρου της Γαλλίας κ. Νικολά Σαρκοζί, ήταν η σύναψη εκεχειρίας και η επίτευξη της συμφωνίας των «έξι σημείων».
Στην πρώτη φάση της κρίσης, η Ε.Ε. κατάφερε, έχοντας κοινή στάση και βούληση, να μετατρέψει την ήπια ισχύ της σε ουσιαστική επιρροή επιτυγχάνοντας το σταθεροποιητικό της ρόλο σε μια σημαντική κρίση στη γειτονιά της, ξορκίζοντας τα φαντάσματα της «αποχής» στην περίπτωση της Γιουγκοσλαβίας και της «διάσπασης» στην περίπτωση του Ιράκ.
Στη συνέχεια, η μονομερής αναγνώριση της ανεξαρτησίας της Αμπχαζίας και της Νότιας Οσετίας από τη Ρωσία δημιούργησε ένα νέο πεδίο διαβουλεύσεων αναφορικά με την κοινή αντίδραση της Ένωσης σ’ αυτή τη νέα πράξη της κρίσης του Καυκάσου. Μετά από την καθολική καταδίκη της μονομερούς αναγνώρισης των δύο περιοχών το ζήτημα που τέθηκε ήταν αυτό της επιβολής κυρώσεων από την Ε.Ε. στη Ρωσία, προσδιορίζοντας στην ουσία τη σκληρότητα της στάσης της Ένωσης, αλλά και τη συνέχεια των ευρω-ρωσικών σχέσεων. Ευτυχώς, για την Ευρώπη δεν επιβεβαιώθηκαν οι φόβοι της επανάληψης της προ πενταετίας διάσπασης της Ένωσης στο θέμα της εισβολής στο Ιράκ και επικράτησαν οι ηπιότερες τάσεις που αντιτάθηκαν σε μία, ίσως ανούσια, σύγκρουση με τη Ρωσία, η οποία θα επηρέαζε αρνητικά τις ευρωπαϊκές οικονομίες και θα έθετε σε κίνδυνο την ενεργειακή ασφάλεια της Ευρώπης. Αναφορικά με την ενεργειακή εξάρτηση της Ευρώπης από τη Ρωσίας αξίζει να σημειωθεί, σύμφωνα και με τη μελέτη του Saunders (2008) για το έτος 2007, ότι το 41% του εισαγόμενου φυσικού αερίου και το 30% του εισαγόμενου πετρελαίου της Ε.Ε. προέρχονται από τη Ρωσία, ενώ σε αρκετά κράτη-μέλη της Κεντρικής και Ανατολικής Ευρώπης τα ποσοστά αυτά πλησιάζουν το 100%.[2] Έτσι, οι ηγέτες της Ε.Ε. στην Έκτακτη Σύνοδο στις Βρυξέλλες αποφάσισαν, μεταξύ άλλων, την αναβολή των διαπραγματεύσεων για μια ενισχυμένη συνεργασία με τη Ρωσία ωσότου αποσυρθούν τα ρωσικά στρατεύματα και εφαρμοστεί η συμφωνία των «έξι σημείων».
Ουσιαστικά, λοιπόν, η απόφαση της Ε.Ε. υποδηλώνει τη συνέχιση της κοινής ευρωπαϊκής στάσης απέναντι στην κρίση του Καυκάσου ως αποτέλεσμα της σύγκλισης των συμφερόντων των κρατών-μελών της Ένωσης στο ζωτικό ζήτημα της ενεργειακής ασφάλειας. Μια κοινή ευρωπαϊκή στάση που αν εκληφθεί ως συνέχεια των ευρωπαϊκών θέσεων της περασμένης Συνόδου του ΝΑΤΟ για τη διεύρυνση της Συμμαχίας προς την Ανατολική Ευρώπη, αφενός επιτρέπει να διαφανούν αχνά κάποια ψήγματα κοινής ευρωπαϊκής εξωτερικής πολιτικής και αφετέρου ενδυναμώνει τον ενεργητικό και σταθεροποιητικό ρόλο της Ε.Ε. στην ευρύτερη γειτονία της, η απουσία του οποίου αποτελούσε ζήτημα ταμπού κάθε συζήτησης για την ευρωπαϊκή ολοκλήρωση.
Η Ελλάδα, με συνέπεια απέναντι στους ευρωπαϊκούς της προσανατολισμούς και στις θεμελιώδεις και διαχρονικές αρχές της εξωτερικής της πολιτικής, συντάχθηκε και υποστήριξε από την πρώτη στιγμή τις πρωτοβουλίες του Προέδρου της Γαλλίας κ. Νικολά Σαρκοζί για την κατάπαυση του πυρός και τη σταθεροποίηση της κατάστασης στην περιοχή. Η χώρα μας, όντας, φυσικά, στρατηγικά τοποθετημένη στις δομές της Βορειοατλαντικής Συμμαχίας και έχοντας ισχυρούς δεσμούς με τις Η.Π.Α., έχει αναπτύξει, τα τελευταία χρόνια, ισχυρές οικονομικές και πολιτικές σχέσεις με τη Ρωσία, οι οποίες την καθιστούν σημαντικό εταίρο για την προώθηση των ελληνικών γεωπολιτικών και ενεργειακών συμφερόντων. Σ’ αυτό το λαβύρινθο γεωπολιτικών και οικονομικών συμφερόντων η Ελλάδα με διπλωματική ευελιξία και μακριά από τυχοδιωκτικές και μεροληπτικές πολιτικές κατάφερε να εδραιώσει τη σταθεροποιητική της στάση ανάμεσα στις αντιπαρατιθέμενες πλευρές και να διατηρήσει τη προσήλωση της στο σεβασμό της εδαφικής ακεραιότητας και της εθνικής κυριαρχίας των κρατών, προασπίζοντας τα εθνικά της συμφέροντα. Έτσι, από την πρώτη στιγμή, στόχος της ελληνικής κυβέρνησης, πέρα από τις επιδιώξεις για αποκατάσταση της ειρήνης, επικράτηση του διεθνούς δικαίου, σεβασμό στα ανθρώπινα δικαιώματα και αρωγή στους πληγέντες, ήταν και παραμένει η αυτοσυγκράτηση και η διατήρηση των δίαυλων επικοινωνίας και των εταιρικών σχέσεων μεταξύ ΝΑΤΟ, Ε.Ε. και Ρωσίας, τονίζοντας ξεκάθαρα πως η απομόνωση δεν αποτελεί λύση. Αυτή η στάση της εξωτερικής πολιτικής της ελληνικής κυβέρνησης αναμένεται να συνεχιστεί με ιδιαίτερη υπευθυνότητα κατά τη διάρκεια ανάληψης της Προεδρίας του Οργανισμού για την Ασφάλεια και τη Συνεργασία στην Ευρώπη (Ο.Α.Σ.Ε.) από την 1η Ιανουαρίου του 2009, παρέχοντας την ευκαιρία στη χώρα μας να αναδειχθεί ως σταθεροποιητικός παράγοντας σε μια περιοχή ζωτικών συμφερόντων για την Ευρώπη.
Η Ελλάδα μαζί με τα άλλα κράτη-μέλη της Ε.Ε., στην πρόσφατη Σύνοδο Κορυφής, δεν ακολούθησαν μυωπικές πολιτικές και νοοτροπίες που ενδεχομένως να οδηγούσαν σε αναβίωση «ψυχροπολεμικών» καταστάσεων, αλλά κινήθηκαν μεταξύ των θέσεων Μόσχας και Τιφλίδας / Ουάσινγκτον επιτυγχάνοντας τη συναίνεση για τη χάραξη κοινής στρατηγικής απέναντι στη Ρωσία στη βάση μιας ορθολογικής για τα ευρωπαϊκά συμφέροντα προσέγγισης της κρίσης του Καυκάσου.[3] Εξέλιξη που διαψεύδει, επί του παρόντος, τις προβλέψεις του κ. Άλεξ Ρόντος πως «ένας μικρός πόλεμος στον Καύκασο θα χωρίσει την Ε.Ε.»[4]

[1]Καζάκος, Π. (2007), “Αφιέρωμα: Η Ευρωπαϊκή Ένωση μετά τη Μεταρρυθμιστική Συνθήκη. Μία πρώτη κριτική ανάλυση των νέων ρυθμίσεων”, Ευρωπαϊκές Εξελίξεις, Τεύχος 35, Εργαστήριο Ευρωπαϊκής Ενοποίησης και Πολιτικής, Πανεπιστήμιο Αθηνών.
[2] Saunders, P. (2008), Russian energy and European security: A Transatlantic dialogue, The Nixon Center.
[3] Emerson, M. (2008), “Post-mortem on Europe’s first war of the 21st century”, Policy Brief, Centre for European Policy Studies, No 167, August 2008
[4] Rondos, A. (2008), “What side are we on?”, International Herald Tribune, 8/5/2008