Η Βραδυνή: Focus στην εξυγίανση των ΔΕΚΟ

Η Βραδυνή: Focus στην εξυγίανση των ΔΕΚΟ

Οι Δημόσιες Επιχειρήσεις και Οργανισμοί (ΔΕΚΟ) αποτελούν ένα πολύ σημαντικό τμήμα της διαχείρισης του Δημοσίου και παρέχουν ένα ευρύ φάσμα υπηρεσιών κοινής ωφέλειας που είναι συνυφασμένες με την κάλυψη αναγκών του κοινωνικού συνόλου. Παρά την μεγάλη όμως σημασία τους, το βασικό γνώρισμα, διαχρονικά, των περισσότερων ΔΕΚΟ στη χώρα μας είναι η αναποτελεσματικότητα της λειτουργίας τους, τόσο σε διοικητικό όσο και σε οικονομικό επίπεδο. Αναποτελεσματικότητα που έχει οδηγήσει σε συσσωρευμένα χρέη της τάξεως των €14 δισ. το 2007, αφαιρώντας σημαντικούς πόρους από το κοινωνικό κράτος. Στο παρελθόν, οι κυβερνήσεις, στο όνομα της άσκησης υποτιθέμενης κοινωνικής πολιτικής, και σε συνεργασία με τα ισχυρά και αδιάλλακτα εργατικά συνδικάτα, δημιούργησαν και ενίσχυσαν δημόσιες επιχειρήσεις που αγνοούσαν την αρχή της οικονομικότητας. Έτσι, με βάση τα στοιχεία του Κρατικού Προϋπολογισμού του 2008, το έλλειμμα των 48 δημοσίων επιχειρήσεων και οργανισμών το 2006 ανήλθε σε 1.141,5 εκατ. ευρώ και ο ακαθάριστος δανεισμός σε 1.580,9 εκατ. ευρώ, ο τελευταίος παρουσιάζοντας διαρκή αύξηση, κυρίως λόγω των αυξημένων αναγκών χρηματοδότησης του ελλείμματος και του κεφαλαίου κίνησης των δημοσίων επιχειρήσεων.
 
Η κυβέρνηση της Ν.Δ., με τις δημόσιες διακηρύξεις και τις πρωτοβουλίες που αναλαμβάνει, κινείται στην κατεύθυνση των επιτυχημένων πολιτικών εκσυγχρονισμού των δημοσίων επιχειρήσεων. Πολιτική προτεραιότητα σ’ αυτόν τον άξονα δράσης αποτελεί η πλήρης εφαρμογή του νόμου 3429/2005 για την εξυγίανση και τη βελτίωση της λειτουργίας των δημοσίων επιχειρήσεων και οργανισμών. Ήδη σε πολλές ΔΕΚΟ έχουν προχωρήσει συγκεκριμένες τομές, καθώς υιοθετούνται τα διεθνή λογιστικά πρότυπα, καταρτίζονται στρατηγικά και επιχειρησιακά σχέδια, εφαρμόζονται διεθνή πρότυπα εταιρικής διακυβέρνησης, επικαιροποιούνται κανονισμοί εσωτερικής οργάνωσης και λειτουργίας και γίνεται πιο ορθολογικό το κόστος προσωπικού. Έτσι, κατά τα 2 πρώτα χρόνια εφαρμογής του νέου νόμου, επιτεύχθηκε μία μείωση της τάξεως του 2% στις αυξήσεις της μισθοδοσίας του προσωπικού. Η αύξηση της μισθοδοσίας έχει περιορισθεί, κατά μέσο όρο, στο 8,2% την περίοδο 2006-2007, η οποία είναι πολύ πιο πάνω από τον πληθωρισμό και την αύξηση της όποιας παραγωγικότητας παρατηρείται σ΄ αυτές τις επιχειρήσεις. Συνεπώς απαιτούνται επιπλέον δράσεις και πολιτικές.
 
Η πρόσφατη τροπολογία έρχεται ακριβώς να συμπληρώσει και να διευκρινήσει τις αναληφθείσες πρωτοβουλίες, εισάγοντας τρεις ουσιαστικές ρυθμίσεις.
1η Ρύθμιση: Οι συμβάσεις εργασίας των δημοσίων επιχειρήσεων και οργανισμών με το νεοπροσλαμβανόμενο προσωπικό τους θα διέπονται από την εργατική νομοθεσία που ρυθμίζει τις σχέσεις εργοδότη και εργαζόμενου στον ιδιωτικό τομέα. Η προτεινόμενη ρύθμιση, που έχει ήδη δοκιμαστεί και εφαρμοστεί με επιτυχία στην περίπτωση του ΟΤΕ, στοχεύει στον εξορθολογισμό των δαπανών μέσω της μεσοπρόθεσμης μείωσης τους κόστους μισθοδοσίας, το οποίο είναι δυσανάλογο των οικονομικών αντοχών και δυνατοτήτων των επιχειρήσεων και σε πολλές περιπτώσεις υπερβαίνει των εσόδων τους. Αίρεται έτσι, σταδιακά και σε βάθος χρόνου, ένα πρόβλημα που έχει δημιουργηθεί επί μία ολόκληρη γενιά, με εργαζόμενους δύο ταχυτήτων, όπως τονίζεται και από σχετικές εκθέσεις της Τράπεζας της Ελλάδος και του Οργανισμού Οικονομικής Συνεργασίας και Ανάπτυξης. Αυτών που εργάζονται στις ΔΕΚΟ και που έχουν αποσπάσει με τα χρόνια σημαντικά προνόμια και σε μεγάλο βαθμό αποσύνδεση της επαγγελματικής τους τύχης από την οικονομική πορεία της επιχείρησης και εκείνων που εργάζονται στην ιδιωτική οικονομία και που συμμετέχουν ενεργά στην προσπάθεια για επιβίωση και ανταγωνιστικότητα της κάθε μικρής ή μεγάλης ιδιωτικής εταιρείας.
 
2η Ρύθμιση: Η Διυπουργική Επιτροπή Δημοσίων Επιχειρήσεων και Οργανισμών καθορίζει τα ανώτατα όρια για τις μισθολογικές αυξήσεις στις δημόσιες επιχειρήσεις που εμφανίζουν αρνητικά αποτελέσματα ή επιχορηγούνται από το Δημόσιο. Η απόφαση λαμβάνεται με κριτήρια την αύξηση του κόστους διαβίωσης, την οικονομική κατάσταση και προοπτική της επιχείρησης και τα περιθώρια του κρατικού προϋπολογισμού. Σε κάθε περίπτωση το ύψος του συνόλου των αποδοχών που ορίζει η Διυπουργική Επιτροπή δεν μπορεί να είναι κατώτερο από τις αποδοχές που προβλέπουν οι εθνικές γενικές, κλαδικές ή ομοιοεπαγγελματικές συλλογικές συμβάσεις.
 
3η Ρύθμιση: Για τις δημόσιες επιχειρήσεις που εμφανίζουν αρνητικά αποτελέσματα ή επιχορηγούνται από το Δημόσιο προβλέπεται η προσφυγή στην διαιτησία με κοινή απόφαση εργαζομένων και επιχείρησης και μετά από σύμφωνη γνώμη της Διυπουργικής Επιτροπής Δημοσίων Επιχειρήσεων και Οργανισμών. Η προτεινόμενη ρύθμιση, η οποία αποκαθιστά την ισορροπία και δεν καταργεί τις συλλογικές διαπραγματεύσεις, έχει ως στόχους την εξυγίανση και τον εκσυγχρονισμό του θεσμικού πλαισίου των εργασιακών διαπραγματεύσεων στις ΔΕΚΟ, καθώς και την προσαρμογή και ευθυγράμμιση με τη διεθνή πρακτική. Τα τελευταία δέκα χρόνια παρατηρείται κατάχρηση της δυνατότητας μονομερούς προσφυγής, η οποία έχει ουσιαστικά οδηγήσει στην κατάργηση της αρχής της ελεύθερης και συλλογικής διαπραγμάτευσης. Έτσι, το υπάρχον θεσμικό πλαίσιο έχει οδηγήσει κατά καιρούς σε εξαιρετικά υψηλές αυξήσεις, ενώ έχουν αποφασιστεί και παροχές, όπως αυξημένα επιδόματα και εφάπαξ για την συνταξιοδότηση. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα, μετά τις προσφυγές που έγιναν στη διαιτησία και με τις μεγάλες αυξήσεις, το κόστος μισθοδοσίας για το σύνολο των ΔΕΚΟ να ανέλθει στο 75% των λειτουργικών τους εξόδων, από 67% το 2005.
 
Γνώμονας των πρωτοβουλιών της κυβέρνησης είναι η εξυγίανση και αποτελεσματική λειτουργία των δημοσίων επιχειρήσεων προς όφελος όλων των πολιτών, η ενίσχυση της ανταγωνιστικότητας και παραγωγικότητας αυτών και η βελτίωση της οικονομικής αποτελεσματικότητας, Πρωτοβουλίες και πολιτικές που βρίσκονται σε πλήρη αντίθεση με την πρόσφατη θέση της πολιτικής εκπροσώπου του ΠΑΣΟΚ για θέματα οικονομίας, κ. Λούκας Κατσέλη, αναφορικά με το ενδεχόμενο ανασυγκρότησης ή κλεισίματος των αναποτελεσματικών δημοσίων επιχειρήσεων.
Οι επιλογές δεν είναι εύκολες. Τα διλλήματα σκληρά. Η κυβέρνηση όμως τα αντιμετωπίζει με ορθή λογική, συνετή διαχείριση και υπευθυνότητα.