Ομιλία στην Επιτροπή Οικονομικών Υποθέσεων «Κύρωση της Σύμβασης Πώλησης Μετοχών και της...

Ομιλία στην Επιτροπή Οικονομικών Υποθέσεων «Κύρωση της Σύμβασης Πώλησης Μετοχών και της Συμφωνίας Μετόχων μεταξύ του Ελληνικού Δημοσίου και της Deutsche Telecom AG»

Συμφωνούμε νομίζω όλοι ότι οι εξελίξεις στον κλάδο των τηλεπικοινωνιών είναι σημαντικές, είναι ραγδαίες.

Το νέο τηλεπικοινωνιακό περιβάλλον χαρακτηρίζεται από τη σύγκλιση των τεχνολογιών, τον εντεινόμενο ανταγωνισμό στους τομείς της καινοτομίας και των επενδύσεων, τις επιχειρηματικές αναδιατάξεις στον κλάδο.

Σε αυτό το νέο περιβάλλον, η Κυβέρνηση εκτιμά ότι η στρατηγική συμμαχία του ΟΤΕ με μεγάλο τηλεπικοινωνιακό οργανισμό, που να διαθέτει κύρος, αξιοπιστία και τεχνογνωσία, αποτελεί προϋπόθεση για την ανάπτυξη της εταιρείας.

Μπορεί να λειτουργήσει προς όφελος της επιχείρησης, των εργαζομένων, των πολιτών, της ελληνικής οικονομίας.

Σε αυτή τη διαπίστωση συγκλίνουν και πολλές εγχώριες και διεθνείς μελέτες.

Ενδεικτικά αναφέρω πρόσφατη μελέτη ειδικής επιτροπής του ΙΣΤΑΜΕ (2006) η οποία καταλήγει στη διαπίστωση ότι «η αποχώρηση του κράτους από τον ΟΤΕ μπορεί να γίνει μόνο κάτω από όρους και συνθήκες οι οποίες διασφαλίζουν ότι ο εθνικός αυτός πλούτος πηγαίνει στα χέρια στρατηγικού παίκτη, με κυρίαρχη θέση στην ενιαία ευρωπαϊκή αγορά και με δεσμεύσεις για παρουσία και επενδύσεις στη χώρα».

Σύμφωνα πάντα με την ίδια μελέτη «προκύπτουν κάποια σοβαρά ερωτήματα για το κατά πόσο ο ΟΤΕ, με ελεγχόμενη από το κράτος διοίκηση, μπορεί να αντεπεξέλθει στις νέες προκλήσεις, δεδομένων των προβλημάτων που παρουσίασε αυτό το μοντέλο διοίκησης τις τελευταίες 10ετίες.»

Έτσι, η Κυβέρνηση, συνεπής προς τις προεκλογικές της δεσμεύσεις και επιδεικνύοντας την απαραίτητη πολιτική βούληση προχωρά στη συμφωνία για τη σύναψη στρατηγικής συμμαχίας του ΟΤΕ με έναν από τους μεγαλύτερους τηλεπικοινωνιακούς οργανισμούς της Ευρώπης, την Deutsche Telecom (DT).

Υπενθυμίζω ότι το κυβερνητικό πρόγραμμα της Ν.Δ. ρητά αναφέρει ότι «ποσοστό της συμμετοχής του κράτους στον ΟΤΕ μεταβιβάζεται, σε κατάλληλο χρόνο, ώστε η εταιρία να λειτουργήσει στη νέα απελευθερωμένη αγορά με στρατηγική συμμαχία, αλλά και με το κατάλληλο μάνατζμεντ, το οποίο θα οδηγήσει σε μεγαλύτερη ανάπτυξη των δραστηριοτήτων της».

Με τη στρατηγική αυτή συμμαχία δημιουργούνται οι προϋποθέσεις ώστε ο ΟΤΕ να ενισχυθεί διοικητικά, τεχνολογικά, οικονομικά και στρατηγικά.

Με σημαντικές συνέργειες στην έρευνα, στην ανάπτυξη και στη διάθεση νέων προϊόντων αναμένονται καλύτερες και φθηνότερες υπηρεσίες προς τους καταναλωτές.

Αναμένεται να ισχυροποιηθεί η θέση της εταιρείας στην εγχώρια και στις διεθνείς αγορές, κυρίως στις χώρες της Νοτιοανατολικής Ευρώπης.

Εκτιμάται ότι θα επιτευχθεί ο διοικητικός και οργανωτικός εκσυγχρονισμός της επιχείρησης.

Θα αξιοποιηθούν οι ανθρώπινοι πόροι.

Θα προωθηθεί και θα επιταχυνθεί η ευρυζωνικότητα της χώρας.

Κυρίες και κύριοι συνάδελφοι,

Η κριτική αποτελεί θεμελιώδη υποχρέωση και βασικό στοιχείο της ομαλής λειτουργίας ενός δημοκρατικού πολιτικού συστήματος.

Νομίζω όμως, ότι κατά τη διάρκεια της συζήτησης στην Επιτροπή μας, είναι εμφανή τα σημάδια δημαγωγίας που χαρακτηρίζουν αρκετές τοποθετήσεις της Αντιπολίτευσης.

Η Αξιωματική Αντιπολίτευση μάλιστα προσποιείται και άγνοια του παρελθόντος της.

Η Αξιωματική Αντιπολίτευση ήταν εκείνη που, ως Κυβέρνηση, ξεκίνησε, αλλά και έφτασε την αποκρατικοποίηση του ΟΤΕ στο 66% των μετοχών του Οργανισμού.

Από το 1996 μέχρι το 2002 οι τότε Κυβερνήσεις του ΠΑΣΟΚ περιόρισαν, μέσα από μετοχοποιήσεις (1996 και 1997), εκχωρήσεις και διαθέσεις μετοχών (1998, 1999 και 2002) και έκδοση ομολογιακού δανείου (2001), τη συμμετοχή του Ελληνικού Δημοσίου στο 33,8% των μετοχών του Οργανισμού.

Η Αξιωματική Αντιπολίτευση όμως αντιφάσκει κιόλας.

Άλλα έκανε ως Κυβέρνηση, άλλα υποστηρίζει σήμερα.

Η Διυπουργική Επιτροπή Αποκρατικοποιήσεων, τον Οκτώβριο του 2000, αποφάσισε «τη διερεύνηση της διεθνούς αγοράς για την εξεύρεση στρατηγικού Συμμάχου του ΟΤΕ».

Η Κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ ανακοίνωσε – μέσα από τον Προϋπολογισμό του 2001 – ότι «εισέρχεται στην τελική φάση η σύναψη στρατηγικής συμμαχίας του ΟΤΕ με διεθνή τηλεπικοινωνιακό φορέα».

Συνεπώς, ο σχετικός προβληματισμός υπήρχε από τότε, δεν είναι καινούργιος.

Σήμερα όμως η Αξιωματική Αντιπολίτευση αντιτίθεται στην επίτευξη της στρατηγικής συμμαχίας.

Η μεταβολή της στάσης της και η έλλειψη επιχειρημάτων οδηγεί μέλη του Ελληνικού Κοινοβουλίου στη χρήση ακραίων, και σε ορισμένες περιπτώσεις αγοραίων, εκφράσεων (όπως «καταντήσαμε ιθαγενείς», «πρόκειται για αποικιακού χαρακτήρα συμφωνία», «πρόκειται για σκανδαλώδη εκποίηση περιουσίας, για ξεπούλημα στους ξένους», «είμαστε σε γερμανική κατοχή», «διευκολύνουμε το κομπραδόρικο κεφάλαιο» κ.α.).

Αλήθεια, οι Βούλγαροι, οι Ρουμάνοι και οι Σέρβοι ζουν υπό καθεστώς ελληνικής κατοχής;

Είναι ιθαγενείς; Νοιώθουν εθνική ταπείνωση;

Ή μήπως όταν Ελληνικές επιχειρήσεις επενδύουν στο εξωτερικό αναδεικνύεται το Ελληνικό επιχειρηματικό δαιμόνιο, αλλά είναι ξεπούλημα πλούτου όταν ξένες μεγάλες επιχειρήσεις επενδύουν στην Ελλάδα;

Κυρίες και κύριοι συνάδελφοι,

Θα μου επιτρέψετε πριν ολοκληρώσω την τοποθέτησή μου να κάνω κάποιες σύντομες παρατηρήσεις.

1η Παρατήρηση

Έχει τεθεί ένα ζήτημα σχετικά με την υποχρέωση της Deutsche Telecom να προβεί σε δημόσια πρόταση για την απόκτηση του συνόλου των μετοχών του ΟΤΕ σύμφωνα με το Άρθρο 7 Παρ. 1 του Ν. 3461/2006.

Όμως, ο Ν. 3461/2006 ρητώς προβλέπει στο Άρθρο 8 συγκεκριμένες εξαιρέσεις από την υποχρέωση υποβολής δημόσιας πρότασης κατά το Άρθρο 7 Παρ. 1.

Μεταξύ των εξαιρέσεων περιλαμβάνεται και η περίπτωση όπου «εφαρμόζεται διαδικασία αποκρατικοποίησης της υπό εξαγορά εταιρείας».

Σύμφωνα με το Άρθρο 2 του Ν. 3049/2002, δε, ως «αποκρατικοποίηση» νοείται η εφάπαξ ή σταδιακή έξοδος επιχειρήσεων του Δημοσίου από τον έλεγχό του, ενώ ως «έλεγχος» νοείται η κατοχή της πλειοψηφίας των μετόχων ή το δικαίωμα διορισμού της πλειοψηφίας των μελών του διοικητικού συμβουλίου ή το δικαίωμα διορισμού των οργάνων της διοίκησης επιχείρησης του Δημοσίου.

Μάλιστα στο Άρθρο 4 του Ν. 3049/2002 περιλαμβάνεται ενδεικτικός κατάλογος των μορφών αποκρατικοποίησης, μεταξύ των οποίων είναι:

(α) «Η πώληση του συνόλου ή μέρους των μετοχών της επιχείρησης, με ή χωρίς ταυτόχρονη σύναψη συμφωνίας μετόχων, καθώς και η περαιτέρω μεταβίβαση μετοχών της επιχείρησης. Στις παραπάνω συμφωνίες μετόχων είναι δυνατόν να συμφωνείται η υποχρέωση του μετόχου πλειοψηφίας να εκλέγει ως μέλη διοικητικού συμβουλίου πρόσωπα υποδεικνυόμενα από το μέτοχο μειοψηφίας ή το δικαίωμα της μειοψηφίας να διορίζει με διάταξη του καταστατικού μέλη του διοικητικού συμβουλίου και πέραν του ενός τρίτου».

(β) «Η ανάθεση σε τρίτο της διαχείρισης της επιχείρησης».

Επομένως, η περίπτωση της συμφωνίας μετόχων μεταξύ του Ελληνικού Δημοσίου και της Deutsche Telecom εμπίπτει στην έννοια της αποκρατικοποίησης και, συνεπώς, εξαιρείται από την υποχρέωση υποβολής δημόσιας πρότασης προς όλους τους μετόχους για το σύνολο των μετοχών.

Υποστηρίζεται από κάποιους άλλους συναδέλφους ότι η παραπάνω εξαίρεση αντίκειται στο Κοινοτικό Δίκαιο, δεδομένου ότι δεν προβλέπεται στην Οδηγία 2004/25/ΕΚ.

Η Οδηγία αυτή όμως δεν είναι Οδηγία μέγιστης εναρμόνισης, οπότε και θα άφηνε ελάχιστα έως μηδαμινά περιθώρια διακριτικής ευχέρειας στα κράτη-μέλη.

Αντιθέτως, ορίζεται ρητώς στο Προοίμιο 6 της Οδηγίας 2004/25/ΕΚ ότι «οι ρυθμίσεις για την εξαγορά, προκειμένου να είναι αποτελεσματικές, θα πρέπει να είναι ευέλικτες και να επιτρέπουν την αντιμετώπιση νέων δεδομένων και, ως εκ τούτου, θα πρέπει να προβλέπουν τη δυνατότητα εξαιρέσεων και παρεκκλίσεων.»

Με βάση τα παραπάνω, προκύπτει ότι η εξαίρεση του Ν. 3461/2006 για την αποκρατικοποίηση δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι αντίκειται στο Κοινοτικό Δίκαιο.

Ειδικότερα, η εξαίρεση αυτή θα μπορούσε να δικαιολογηθεί επί τη βάσει της ύπαρξης δημόσιου συμφέροντος, δεδομένου ότι κατ’αυτό τον τρόπο καθιστά δυνατή την προσέλκυση ιδιωτικών κεφαλαίων και τη δημιουργία στρατηγικών συμμαχιών σε εταιρείες του Δημοσίου στο πλαίσιο αποκρατικοποίησής τους, επιτρέποντας ταυτόχρονα στο Δημόσιο τη σύναψη μετοχικών συμφωνιών, όπως η συγκεκριμένη, με την οποία να εξασφαλίζεται η άσκηση του απαραίτητου ελέγχου στις υπό αποκρατικοποίηση επιχειρήσεις σε ευαίσθητους τομείς της οικονομίας (π.χ. τηλεπικοινωνίες).

Κάτι τέτοιο άλλωστε υπονοείται και στην Αιτιολογική Έκθεση του Ν. 3461/2006, όπου και αναφέρεται ότι εξαιρέσεις από τον κανόνα περί υποχρεωτικής δημόσιας προσφοράς μπορεί να δικαιολογούνται από «δημόσιας φύσης συμφέροντα».

Επισημαίνεται δε ότι η εν λόγω εξαίρεση περί της αποκρατικοποίησης υπήρχε ακριβώς η ίδια ήδη από το 2002, δηλαδή, πριν την υιοθέτηση της Οδηγίας 2004/25/ΕΚ, στην Απόφαση 2/258/2002 της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς (άρθρο 5(5)(ζ)).

2η Παρατήρηση

Από τα κόμματα της Αντιπολίτευσης εκφράζονται ενστάσεις για την πορεία του ΟΤΕ τα τελευταία χρόνια.

Θα μου επιτρέψετε να αξιολογήσω αυτή την τοποθέτηση στηριζόμενος στην κεφαλαιοποίηση του Οργανισμού τα τελευταία χρόνια.

Και αυτό διότι με βάση τον ορισμό των αποτελεσματικών αγορών, στην ισχυρή τους έκδοση, η χρηματιστηριακή αξία ενσωματώνει όλες τις διαθέσιμες πληροφορίες για την πορεία της επιχειρήσεις.

Έτσι, σύμφωνα με τα διαθέσιμα στοιχεία από την δευτερογενή αγορά, που επιβεβαιώνονται και σε πρόσφατη μελέτη καθηγητή του Πανεπιστημίου του Πειραιά, όταν εισήχθη ο ΟΤΕ στο Χρηματιστήριο Αξιών Αθηνών, στις 19/4/1996, διέθετε το 30% της συνολικής χρηματιστηριακής αξίας της αγοράς.

Η αξία του ήταν 9,1 φορές μεγαλύτερη από αυτήν της Εθνικής και 5,2 φορές μεγαλύτερη από αυτήν της Alpha Bank.

Στις 7 Μαρτίου 2004 οι χρηματιστηριακές αξίες των τριών εταιρειών είχαν εξισωθεί.

Από την περίοδο της νέας διοίκησης του ΟΤΕ (Μάρτιος 2004) παρατηρείται αντίστροφη πορεία: η χρηματιστηριακή αξία του ΟΤΕ αυξήθηκε σημαντικά μέχρι το τέλος του 2007 (κατά 97,30% ή κατά 6,1 δισ. ευρώ).

Από το Μάρτιο του 2004 η διοίκηση του ΟΤΕ, με την πολιτική στήριξη της Κυβέρνησης, προχώρησε σε ταχεία αναδιάρθρωση του οργανισμού και έθεσε τα θεμέλια για την αντιστροφή της πτωτικής πορείας που εμφάνιζε ο οργανισμός μέχρι τότε.

Στο πλαίσιο αυτό εντάχθηκαν κινήσεις όπως η εθελουσία έξοδος προσωπικού, η εφαρμογή νέου γενικού κανονισμού προσωπικού και η αναδιάρθρωση των διεθνών επενδύσεων της εταιρείας.

Αποτέλεσμα των ενεργειών αυτών ήταν η ανάδειξη της αξίας της εταιρείας.

3η Παρατήρηση

Έχει διατυπωθεί η άποψη ότι άλλες ευρωπαϊκές χώρες θέλουν θα επαναφέρουν υπό κρατικό έλεγχο εταιρείες στρατηγικής σημασίας.

Αυτό όμως δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα.

Αυτό που συμβαίνει είναι ότι η ταχύτατη ανάπτυξη του κρατικών επενδυτικών κεφαλαίων (sovereignwealthfunds – SWFs) σε παγκόσμιο επίπεδο, σε συνδυασμό με το καθεστώς διοίκησής τους, έχουν δημιουργήσει μία σειρά από ανησυχίες στις χώρες υποδοχής αυτών των κεφαλαίων, και στην Ευρωπαϊκή Ένωση, κυρίως όταν αυτά χρησιμοποιηθούν ως «όχημα» εξαγοράς Ευρωπαϊκών δημοσίων επιχειρήσεων στρατηγικής σημασίας.

Τα ζητήματα που προκύπτουν, συνεπώς, από την ενίσχυση του ρόλου των SWF’s στις οικονομίες έχουν απασχολήσει τις κυβερνήσεις των κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης, μεταξύ των οποίων και την Ελληνική κυβέρνηση, αλλά και των οργάνων της, στην κατεύθυνση αξιολόγησής τους και θέσπισης ρυθμιστικών κανόνων για τη δραστηριοποίηση αυτών των κεφαλαίων.

4η Παρατήρηση

Ακούστηκε ότι σε άλλες χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης αντίστοιχα παραδείγματα αποκρατικοποιήσεων ή στρατηγικών συμμαχιών δεν έχουν πραγματοποιηθεί.

Όσον αφορά την τύχη των πρώην κρατικών μονοπωλίων στην Ε.Ε. έχουμε 5 χώρες με 0% κρατική συμμετοχή, 8 χώρες με συμμετοχή μικρότερη του 50% και 2 χώρες με συμμετοχή μεγαλύτερη του 50%.

  • Η αποκρατικοποίηση του βασικού Τηλεπικοινωνιακού Οργανισμού είναι πλήρης, ή σχεδόν πλήρης, στην Ισπανία, τη Μεγάλη Βρετανία, την Ιρλανδία, την Ολλανδία, και την Πορτογαλία.
  • Δύο άλλοι εταίροι μας (Σουηδία και Φινλανδία) έχουν κοινό τηλεπικοινωνιακό Οργανισμό.
  • Η ισπανική Telefonica έχει μεγάλο μερίδιο και ασκεί σημαντική επιρροή στην Telecom Italia.