Εισήγηση στην Ολομέλεια της Βουλής «Θεσμικό Πλαίσιο για τις Μεταπτυχιακές Σπουδές»

Εισήγηση στην Ολομέλεια της Βουλής «Θεσμικό Πλαίσιο για τις Μεταπτυχιακές Σπουδές»

Σύμφωνα με τις νέες θεωρίες οικονομικής ανάπτυξης, η επένδυση στη γνώση επιταχύνει τους ρυθμούς της βιώσιμης και αειφόρου ανάπτυξης, βελτιώνει την ανταγωνιστικότητα, μειώνει τις περιφερειακές ανισότητες, ενισχύει την απασχόληση, προωθεί την κοινωνική συνοχή.

Σε μια κοινωνία που επενδύει στη γνώση, το ανθρώπινο κεφάλαιο αναδεικνύεται στον πιο πολύτιμο πόρο.

Στον πιο καθοριστικό παράγοντα της οικονομικής ανάπτυξης.

Θεωρητικές προσεγγίσεις και εμπειρικές μελέτες κατατείνουν στη διαπίστωση ότι η εκπαίδευση αποτελεί το βασικό μηχανισμό παραγωγής, συσσώρευσης και διάχυσης του ανθρώπινου κεφαλαίου.

Έχει αποδειχθεί ότι οι επενδύσεις στο ανθρώπινο κεφάλαιο, τόσο οι ιδιωτικές όσο και οι κοινωνικές, υπό την προϋπόθεση της χρηστής και αποτελεσματικής διαχείρισης των πόρων, έχουν καλές αποδοτικότητες.

Ως εκ τούτων, κυρίες και κύριοι συνάδελφοι, ορθώς η κυβέρνηση της Ν.Δ. έχει αποδώσει ιδιαίτερη σημασία στην ποσότητα και την ποιότητα του ανθρώπινου κεφαλαίου.

Ορθώς έχει αποδώσει υψηλή προτεραιότητα στην ανασυγκρότηση και τον εκσυγχρονισμό του συστήματος της τυπικής εκπαίδευσης και στη δημιουργία ενός αξιόπιστου συστήματος κατάρτισης και δια βίου μάθησης.

Σε αυτή την κατεύθυνση πολιτικής δράσης, καίριας σημασίας είναι η βελτίωση της αποδοτικότητας του συστήματος ανώτατης εκπαίδευσης, τόσο σε προπτυχιακό όσο και σε μεταπτυχιακό επίπεδο.

Κυρίες και κύριοι συνάδελφοι,

Το θεσμικό πλαίσιο για τις μεταπτυχιακές σπουδές και την πανεπιστημιακή έρευνα που θεσπίστηκε με το Νόμο 2083/1992 για τον «Εκσυγχρονισμό της Ανώτατης Εκπαίδευσης» έθεσε τα θεμέλια για την οργάνωση και λειτουργία των προγραμμάτων μεταπτυχιακών σπουδών και της πανεπιστημιακής έρευνας στα Α.Ε.Ι. της χώρας.

Σήμερα, 16 χρόνια μετά την υιοθέτησή του, οφείλουμε να κάνουμε μια αποτίμηση της κατάστασης που διαμορφώνεται στο χώρο των μεταπτυχιακών σπουδών, και να καταλήξουμε σε κάποιες διαπιστώσεις:

1η Διαπίστωση: Τα τελευταία χρόνια παρατηρείται μια σημαντική ποσοτική διεύρυνση της παρεχόμενης μεταπτυχιακής εκπαίδευσης στη χώρα μας.

Διεύρυνση η οποία υπήρξε από τις μεγαλύτερες σε ευρωπαϊκό επίπεδο.

Έτσι, σήμερα, λειτουργούν περίπου 450 προγράμματα μεταπτυχιακών σπουδών (από 280 το 2003).

Είναι χαρακτηριστικό το γεγονός ότι ο αριθμός αυτών των προγραμμάτων προσεγγίζει, και σε ορισμένες περιπτώσεις, υπερβαίνει αυτόν των προγραμμάτων προπτυχιακών σπουδών που υπάρχουν σε κάποια ανώτατα πανεπιστημιακά ιδρύματα.

2η Διαπίστωση: Άμεση συνέπεια της προηγούμενης παρατήρησης είναι ο αντίστοιχος αριθμός των μεταπτυχιακών φοιτητών να αυξηθεί σημαντικά, και να υπερβαίνει τους 60.000 την τρέχουσα ακαδημαϊκή περίοδο (από 26.000 το 2002/03).

Αυτός ο αριθμός μεταπτυχιακών φοιτητών αντιστοιχεί περίπου στο 20% των προπτυχιακών φοιτητών (ή καλύτερα στο 50% των ενεργών προπτυχιακών φοιτητών).

3η Διαπίστωση: Η ζήτηση για την εκπόνηση διδακτορικής διατριβής είναι ιδιαίτερα υψηλή τα τελευταία χρόνια, στοιχείο που επιβεβαιώνεται από τις σχετικές αιτήσεις που υποβάλλονται στις Γραμματείες των Τμημάτων.

Η προσφορά όμως από μέρους των Τμημάτων δεν μπορεί να είναι η ίδια, λαμβάνοντας υπόψη και τον μεγάλο αριθμό υποψηφίων διδακτόρων που λιμνάζουν στα ελληνικά πανεπιστήμια.

4η Διαπίστωση: Η ποσοτική ανάπτυξη των προγραμμάτων μεταπτυχιακών σπουδών δεν συμβαδίζει, σε όλες τις περιπτώσεις, και με την εξέλιξη του ποιοτικού δείκτη.

Τα μεταπτυχιακά προγράμματα σπουδών έχουν μεγάλη απόκλιση στην ποιότητα, στις διαδικασίες και λειτουργίες τους, στην κοινωνική τους λογοδοσία.

5η Διαπίστωση: Η εσωστρέφεια των ελληνικών πανεπιστημίων παρατηρείται, και δυστυχώς διατηρείται, και σε μεταπτυχιακό επίπεδο.

Η χώρα μας εξάγει, αλλά σπανίως εισάγει, μεταπτυχιακούς φοιτητές.

Κυρίες και κύριοι συνάδελφοι,

Από τα ανωτέρω καθίσταται, εκτιμώ, σαφές, ότι ο θεσμός των μεταπτυχιακών σπουδών στην Ελλάδα βρίσκεται αντιμέτωπος με προκλήσεις, που απαιτούν απαντήσεις και προσαρμογές.

Απαιτούνται παρεμβάσεις στο θεσμικό πλαίσιο λειτουργίας των μεταπτυχιακών σπουδών, ώστε αυτό:

  • να λειτουργήσει ως εφαλτήριο περαιτέρω ανάπτυξης των μεταπτυχιακών σπουδών,
  • να προσαρμοσθεί στα νέα εκπαιδευτικά δεδομένα της εποχής μας,
  • να παρακολουθεί τις ευρωπαϊκές συνθήκες, εξελίξεις και προοπτικές,
  • να παρέμβει θετικά στα όποια προβλήματα ανέκυψαν κατά τη 16ετή εφαρμογή του.

Έτσι, με το φερόμενο προς ψήφιση νομοσχέδιο επανακαθορίζεται το θεσμικό πλαίσιο που αφορά τις μεταπτυχιακές σπουδές και τη διαδικασία εκπόνησης διδακτορικής διατριβής και ρυθμίζονται ζητήματα ίδρυσης και λειτουργίας των Ερευνητικών Πανεπιστημιακών Ινστιτούτων (Ε.Π.Ι.).

Κύρια στόχοι του νομοσχεδίου, όπως επισημαίνονται και στην Αιτιολογική Έκθεση, είναι:

  • η αναβάθμιση και ο εκσυγχρονισμός του περιεχομένου των μεταπτυχιακών σπουδών,
  • η ενίσχυση της συνεργασίας των Α.Ε.Ι. της χώρας μας με αναγνωρισμένα ομοταγή ιδρύματα του εξωτερικού,
  • η βέλτιστη αξιοποίηση του ανθρώπινου δυναμικού (φοιτητών, διδασκόντων και ερευνητών),
  • η συστηματοποίηση της χρηματοδότησης τόσο των μεταπτυχιακών σπουδών όσο και της πανεπιστημιακής έρευνας.

Τα βασικότερα θετικά και καινοτόμα, για την ελληνική πραγματικότητα, στοιχεία του νομοσχεδίου είναι:

1ο: Η ενίσχυση της αυτοδιοίκησης των Ιδρυμάτων και στα μεταπτυχιακά προγράμματα σπουδών με μεταφορά αρμοδιοτήτων στα όργανα διοίκησης των Α.Ε.Ι.

Ενδεικτικά αναφέρεται η εκχώρηση στα Ιδρύματα της δυνατότητας αναπροσαρμογής του προγράμματος των μαθημάτων χωρίς νέα έγκριση του Υπουργείου Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων, καθώς και ο καθορισμός της γλώσσας διδασκαλίας και συγγραφής της διπλωματικής εργασίας ή διδακτορικής διατριβής.

Το Υπουργείο ασκεί ουσιαστικό έλεγχο μόνο ως προς τον αριθμό των μεταπτυχιακών φοιτητών, τις δυνατότητες και τις ανάγκες του Τμήματος σε προσωπικό και υλικοτεχνική υποδομή, τη χρονική διάρκεια λειτουργίας του προγράμματος μεταπτυχιακών σπουδών και την έκθεση αξιολόγησης του προγράμματος.

Μία έκθεση που αποτελεί ουσιώδη μηχανισμό και διαδικασία διαπίστωσηςκαταγραφής των βέλτιστων πρακτικών και των αδυναμιών που αναπτύσσονται στο εσωτερικό του συστήματος, και ενισχύονταςδιαφάνεια, την κοινωνική ανταποδοτικότητα και λογοδοσία. έτσι τη

2ο: Η ενθάρρυνση της συνεργασίας των Ανώτατων Εκπαιδευτικών Ιδρυμάτων της χώρας μας με αναγνωρισμένα ομοταγή ιδρύματα του εξωτερικού για τη συνδιοργάνωση προγραμμάτων μεταπτυχιακών σπουδών και τη συνεπίβλεψη διδακτορικών διατριβών.

Με αυτή τη ρύθμιση αναβαθμίζει το επίπεδο των παρεχόμενων σπουδών και ενισχύεται η εξωστρέφεια των ελληνικών πανεπιστημίων.

3ο: Η αναγνώριση της δυνατότητας να γίνονται δεκτοί στα προγράμματα μεταπτυχιακών σπουδών και πτυχιούχοι ομοταγών αναγνωρισμένων ιδρυμάτων της αλλοδαπής.

Όπως αποδεικνύεται παγκοσμίως, η άνιση ισχύς των εθνικών γλωσσών και το μέγεθος των χωρών ή των συστημάτων ανώτατης εκπαίδευσης δεν φαίνεται να αποτελούν ανυπέρβλητα εμπόδια στη διαδικασία αυτή.

Με αυτή τη ρύθμιση δίνεται η δυνατότητα να εκπαιδεύσουμε φοιτητές στη χώρα μας, και αυτοί να λειτουργήσουν ως πρέσβεις στις χώρες τους, με ιδιαίτερα θετικές επιπτώσεις και για τις ελληνικές επιχειρήσεις που δραστηριοποιούνται εκεί.

4ο: Η δυνατότητα οργάνωσης αυτοδύναμων ή σε συνεργασίαΑ.Ε.Ι. της ημεδαπής. προγραμμάτων μεταπτυχιακών σπουδών στο εξωτερικό από

Αυτή η ρύθμιση ενδυναμώνει την εξωστρέφεια των ελληνικών ιδρυμάτων, δημιουργεί οικονομικό όφελος και ενισχύει την ανάπτυξη σχέσεων με άλλες, κυρίως γειτονικές, χώρες.

5ο: Η αναγνώριση της δυνατότητας των Τ.Ε.Ι. να οργανώνουν, υπό προϋποθέσεις, προγράμματα μεταπτυχιακών σπουδών.

6ο: Η θεσμοθέτηση Κανονισμού Μεταπτυχιακών Σπουδών.

Αυτός ο κανονισμός, ο οποίος καταρτίζεται και εγκρίνεται από τα όργανα του πανεπιστημίου και κοινοποιείται στο Υπουργείο Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων, αποτελεί αναπόσπαστο τμήμα του Εσωτερικού Κανονισμού Λειτουργίας του Ιδρύματος, στο οποίο και ενσωματώνεται.

7ο: Ο περιορισμός του αριθμού υποψηφίων διδακτόρων που μπορεί να επιβλέπει κάθε μέλος ΔΕΠ και η ευελιξία στην διαδικασία απόκτησης διδακτορικού διπλώματος.

8ο: Η διεύρυνση των πηγών χρηματοδότησης των προγραμμάτων μεταπτυχιακών σπουδών και η διασφάλιση της διαφάνειας στη διαχείριση των εσόδων τους μέσω των Ειδικών Λογαριασμών Κονδυλιών Έρευνας.

9ο: Ο εκσυγχρονισμός του θεσμικού πλαισίου που διέπει την ίδρυση και λειτουργία των Ερευνητικών Πανεπιστημιακών Ινστιτούτων.

Η αναμόρφωση του θεσμικού πλαισίου, σε συνδυασμό με το νέο νόμο για την έρευνα και την τεχνολογία, έχει ως στόχο τη δημιουργία των προϋποθέσεων για δημιουργική συνεργασία με το πανεπιστημιακό περιβάλλον.

Και αυτό διότι η λειτουργία των υφιστάμενων Ερευνητικών Πανεπιστημιακών Ινστιτούτων έχει δημιουργήσει σε αρκετές περιπτώσεις προβλήματα στο εσωτερικό των οικείων ιδρυμάτων, καθόσον η ίδρυσή τους δεν έγινε πάντοτε με βάση μια ουσιαστική αξιολόγησησκοπιμότητας, των στόχων και της βιωσιμότητάς τους. της

10ο: Η ενσωμάτωση κάποιων πιο εξειδικευμένων αλλά σημαντικών διατάξεων, όπως είναι η διεύρυνση της σύνθεσης των τριμελών συμβουλευτικών επιτροπών και των επταμελών εξεταστικών επιτροπών για το διδακτορικό δίπλωμα, και η εισαγωγή, επιπλέον του αριθμού των εισακτέων, υποτρόφων του Ιδρύματος Κρατικών Υποτροφιών ή του Ελληνικού Κράτους.

Κυρίες και κύριοι συνάδελφοι,

Συμπερασματικά, το υπό ψήφιση σχέδιο νόμου προτείνει την κωδικοποίηση και τη συμπλήρωση του πλαισίου οργάνωσης και λειτουργίας των μεταπτυχιακών σπουδών στη χώρα μας.

Πιστεύω ότι πρόκειται για ένα νομοσχέδιο που κινείται προς τη σωστή κατεύθυνση.

Επιδιώκει και επιτυγχάνει:

  • την πλήρη προσαρμογή της ελληνικής νομοθεσίας στα ευρωπαϊκά δεδομένα και
  • την οργάνωση των μεταπτυχιακών σπουδών κατά τρόπο σύγχρονο και εξωστρεφή.

Δίνει λύσεις σε προβλήματα που ταλάνιζαν, επί χρόνια, τη λειτουργία των προγραμμάτων μεταπτυχιακών σπουδών.

Θέτει κατευθυντήριες γραμμές, αλλά αφήνει και την απαραίτητη αυτονομία στα ιδρύματα.

Ανταποκρίνεται στις προκλήσεις και απαιτήσεις του θεσμού των μεταπτυχιακών σπουδών στη κοινωνία και οικονομία της γνώσης.

Για τους λόγους αυτούς και προτείνω την ψήφισή του.