Η Βραδυνή: Η στρατηγική συμμαχία του ΟΤΕ με τη Deutsche Telecom

Η Βραδυνή: Η στρατηγική συμμαχία του ΟΤΕ με τη Deutsche Telecom

Το νέο τηλεπικοινωνιακό περιβάλλον χαρακτηρίζεται από τη σύγκλιση των τεχνολογιών, τον εντεινόμενο ανταγωνισμό στους τομείς της καινοτομίας και των επενδύσεων, τον εκσυγχρονισμό του ρυθμιστικού πλαισίου, τις επιχειρηματικές αναδιατάξεις στον κλάδο. Σε αυτό το νέο περιβάλλον, την ενιαία ευρωπαϊκή τηλεπικοινωνιακή αγορά, η Κυβέρνηση εκτιμά ότι η στρατηγική συμμαχία του ΟΤΕ με έναν μεγάλο τηλεπικοινωνιακό οργανισμό, που να διαθέτει κύρος, αξιοπιστία και τεχνογνωσία, αποτελεί προϋπόθεση για την ανάπτυξη της εταιρείας και μπορεί να λειτουργήσει προς όφελος της επιχείρησης, των εργαζομένων, των πολιτών, της ελληνικής οικονομίας. Με συνέπεια, λοιπόν, προς τις προεκλογικές της δεσμεύσεις και επιδεικνύοντας την απαραίτητη πολιτική βούληση, η Κυβέρνηση προχωρά στη συμφωνία για τη σύναψη στρατηγικής συμμαχίας του ΟΤΕ με έναν από τους μεγαλύτερους τηλεπικοινωνιακούς οργανισμούς της Ευρώπης, την Deutsche Telecom (DT).

Κατά τη διάρκεια της σχετικής συζήτησης στην Ολομέλεια αλλά και στην Επιτροπή Οικονομικών Υποθέσεων, ήταν εμφανή τα σημάδια δημαγωγίας που χαρακτήρισαν τις τοποθετήσεις της Αντιπολίτευσης. Έχει τεθεί ένας προβληματισμός από μέρους της σχετικά με την υποχρέωση της Deutsche Telecom να προβεί σε δημόσια πρόταση για την απόκτηση του συνόλου των μετοχών του ΟΤΕ σύμφωνα με το Άρθρο 7 Παρ. 1 του Ν. 3461/2006. Όμως, ο Ν. 3461/2006 ρητώς προβλέπει στο Άρθρο 8 συγκεκριμένες εξαιρέσεις από την υποχρέωση υποβολής δημόσιας πρότασης, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται και η περίπτωση όπου «εφαρμόζεται διαδικασία αποκρατικοποίησης της υπό εξαγορά εταιρείας». Σύμφωνα δε με το Άρθρο 2 του Ν. 3049/2002 ως «αποκρατικοποίηση» νοείται η εφάπαξ ή σταδιακή έξοδος επιχειρήσεων του Δημοσίου από τον έλεγχό του, ενώ ως «έλεγχος» νοείται η κατοχή της πλειοψηφίας των μετόχων ή το δικαίωμα διορισμού της πλειοψηφίας των μελών του Διοικητικού Συμβουλίου ή το δικαίωμα διορισμού των οργάνων της διοίκησης επιχείρησης του Δημοσίου. Μάλιστα, στο Άρθρο 4 του Ν. 3049/2002 περιλαμβάνεται ενδεικτικός κατάλογος των μορφών αποκρατικοποίησης. Επομένως, η περίπτωση της συμφωνίας μετόχων μεταξύ του Ελληνικού Δημοσίου και της Deutsche Telecom εμπίπτει στην έννοια της αποκρατικοποίησης και, συνεπώς, εξαιρείται από την υποχρέωση υποβολής δημόσιας πρότασης προς όλους τους μετόχους για το σύνολο των μετοχών. Επίσης, υποστηρίζεται από κάποιους Συναδέλφους η άποψη ότι η παραπάνω εξαίρεση αντίκειται στο Κοινοτικό Δίκαιο, δεδομένου ότι δεν προβλέπεται στην Οδηγία 2004/25/ΕΚ. Η Οδηγία όμως δεν είναι Οδηγία μέγιστης εναρμόνισης, οπότε και θα κατέλειπε ελάχιστα έως μηδαμινά περιθώρια διακριτικής ευχέρειας στα κράτη-μέλη. Αντιθέτως, ορίζεται ρητώς στο Προοίμιο 6 της Οδηγίας ότι «οι ρυθμίσεις για την εξαγορά, προκειμένου να είναι αποτελεσματικές, θα πρέπει να είναι ευέλικτες και να επιτρέπουν την αντιμετώπιση νέων δεδομένων και, ως εκ τούτου, θα πρέπει να προβλέπουν τη δυνατότητα εξαιρέσεων και παρεκκλίσεων». Με βάση τα παραπάνω, προκύπτει ότι η εξαίρεση του Ν. 3461/2006 για την αποκρατικοποίηση δεν μπορεί να θεωρηθεί δίχως άλλο ότι αντίκειται στο Κοινοτικό Δίκαιο. Επισημαίνεται δε ότι η εν λόγω εξαίρεση υπήρχε ακριβώς η ίδια ήδη από το 2002, δηλαδή, πριν την υιοθέτηση της Κοινοτικής Οδηγίας, στην Απόφαση 2/258/2002 της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς.
Παράλληλα, από τα κόμματα της Αντιπολίτευσης εκφράζονται ενστάσεις σχετικά με την πορεία του ΟΤΕ τα τελευταία χρόνια. Ωστόσο, σύμφωνα με τα διαθέσιμα στοιχεία από την κεφαλαιαγορά, όταν ο ΟΤΕ εισήχθη στο Χρηματιστήριο Αξιών Αθηνών, στις 19/4/1996, διέθετε το 30% της συνολικής χρηματιστηριακής αξίας της αγοράς. Η αξία αυτή μέχρι το 2004 απομειώθηκε. Από την περίοδο της νέας διοίκησης του ΟΤΕ παρατηρείται αντίστροφη πορεία, καθώς η χρηματιστηριακή αξία του ΟΤΕ αυξήθηκε σημαντικά μέχρι το τέλος του 2007, κατά 97,3% ή κατά 6,1 δισ. ευρώ. Αντίστοιχα είναι και τα αποτελέσματα που προκύπτουν από τους δείκτες κερδοφορίας και αποτελεσματικότητας του οργανισμού (Αποδοτικότητα Ενεργητικού – ROA, Αποδοτικότητα Ιδίων Κεφαλαίων – ROE, Κόστος/Ενεργητικό), όπως είναι εμφανές από τα στοιχεία του συνοδευτικού πίνακα. Από το Μάρτιο του 2004 η διοίκηση του ΟΤΕ, με την πολιτική στήριξη της Κυβέρνησης, προχώρησε σε ταχεία αναδιάρθρωση του οργανισμού και έθεσε τα θεμέλια για την αντιστροφή της πτωτικής πορείας που εμφάνιζε ο οργανισμός μέχρι τότε. Αποτέλεσμα των ενεργειών αυτών ήταν η ανάδειξη της αξίας της εταιρείας.
Η στρατηγική συμμαχία με την Deutsche Telecom δημιουργεί τις προϋποθέσεις ώστε ο ΟΤΕ να ενισχυθεί διοικητικά, τεχνολογικά, οικονομικά και στρατηγικά, ενώ με σημαντικές συνέργειες στην έρευνα, στην ανάπτυξη και στη διάθεση νέων προϊόντων αναμένονται καλύτερες και φθηνότερες υπηρεσίες προς τους καταναλωτές.
 
 
Εταιρεία ΟΤΕ
Έτος
Αποδοτικότητα Ενεργητικού (%)
Αποδοτικότητα Ιδίων Κεφαλαίων(%)
Κύκλος Εργασιών / Ενεργητικό(%)
Λειτουργικά Έξοδα / Ενεργητικό(%)
2007
9,40
22,09
31,69
27,98
2006
9,63
20,15
39,90
35,31
2005
-6,00
-15,87
37,80
49,29
2004 ΔΛΠ
0,11
0,27
38,85
38,90
2004 ΕΓΛΣ
-1,95
-5,06
41,93
39,84
2003
5,20
11,63
41,06
34,25
2002
7,02
14,87
45,57
36,30
2001
8,60
15,85
46,53
35,14
2000
11,44
20,30
45,30
35,03
 
 
 
 
 
Όμιλος ΟΤΕ
Έτος
Αποδοτικότητα Ενεργητικού(%)
Αποδοτικότητα Ιδίων Κεφαλαίων(%)
Κύκλος Εργασιών / Ενεργητικό(%)
Λειτουργικά Έξοδα / Ενεργητικό(%)
2007
10,01
56,86
54,79
45,72
2006
8,63
29,57
46,94
38,27
2005
0,02
0,09
49,54
49,33
2004 ΔΛΠ
4,96
14,40
50,16
44,26
2004 ΕΓΛΣ
4,08
12,77
50,86
43,24
2003
7,47
19,80
46,47
37,34
2002
9,65
21,89
46,96
35,25
2001
10,05
20,65
46,04
32,99
2000
12,39
24,32
43,94
33,02
Τα στοιχεία έχουν αντληθεί από το www.ase.gr και αφορούν τις δημοσιευμένες
 οικονομικές καταστάσεις του Οργανισμού Τηλεπικοινωνιών Ελλάδος