Εισήγηση στο Συνέδριο του Γενικού Νοσοκομείου Λειβαδιάς και της Διεύθυνσης Υγειονομικού της...

Εισήγηση στο Συνέδριο του Γενικού Νοσοκομείου Λειβαδιάς και της Διεύθυνσης Υγειονομικού της ΕΛ.ΑΣ

Θα ήθελα να ευχαριστήσω θερμά τους οργανωτές της σημερινής εκδήλωσης για την ιδιαίτερα τιμητική πρόσκληση που μου απύφθηναν να παραστώ στην επιστημονική συνάντηση και να καταθέσω κάποιες σκέψεις σχετικά με την θέμα των πολιτικών εγκλημάτων και των εγκλημάτων κοινού ποινικού δικαίου.
Για τη θεωρητική θεμελίωση της διάκρισης των εγκλημάτων, είναι βέβαιο ότι προϋποτίθεται ο ακριβής προσδιορισμός της έννοιας του πολιτικού εγκλήματος, με βάση τον οποίο θα αφαιρεθεί από τις τυποποιημένες στους ποινικούς κανόνες μορφές ανθρώπινης συμπεριφοράς μιας συγκεκριμένη κατηγορία, η οποία αποκαλούμενη με το δικό της, πλέον, επιστημονικό όρο (πολιτικό έγκλημα) θα διακρίνεται από όλες τις υπόλοιπες μορφές εγκληματικής συμπεριφοράς (κοινά εγκλήματα).
Η δεύτερη αυτή κατηγορία δεν θέτει κανένα ζήτημα στην επιστήμη του Ποινικού Δικαίου αφού χαρακτηρίζει την ολότητα των προβλεπόμενων, στον ποινικό κώδικα ή στους ειδικούς ποινικούς νόμους, εγκλημάτων, εκτός από τα διαχωριζόμενα από αυτήν πολιτικά.
Μόνη λοιπόν δυνατότητα σαφούς προσδιορισμού των ορίων της διάκρισης πολιτικών και κοινών εγκλημάτων που επιχειρεί η θεωρία του Ποινικού Δικαίου, είναι αυτή του καθορισμού της έννοιας του πολιτικού εγκλήματος.
Σύμφωνα με τον Συνάδελφο κ. Λοβέρδο η ιδιάζουσα φύση του πολιτικού εγκλήματος συνίσταται στη συνθετικότητα της έννοιάς του, την ποικιλομορφία του περιεχομένου του, αλλά και την ανυπαρξία ορθών νομοθετικών λύσεων.
Η ιδιάζουσα φύση του πολιτικού εγκλήματος δεν παύει να δημιουργεί αντιφατικές ερμηνείες του φαινομένου που απορρέουν από την διαφορετική τοποθέτηση των επιστημόνων και των νομομαθών.
Διαχρονικά αναπτύχθηκαν διάφορες θεωρίες που προσπάθησαν να ορίσουν το πολιτικό έγκλημα.
Σύμφωνα με την αντικειμενική θεωρία, για να χαρακτηριστεί ή όχι μία πράξη ως πολιτική, λαμβάνεται ως κύριο προσδιοριστικό στοιχείο ο στόχος που πλήττεται άμεσα από αυτή.
Έτσι, θεωρούνται ως πολιτικά εγκλήματα εκείνα τα αδικήματα τα αποία στρέφονται κατά της οργανώσεως ή της υπάρξεως του κράτους, καθώς και αυτά που στρέφονται κατά της εθνικής ανεξαρτησίας του κράτους, της ακεραιότητας της χώρας και της οικονομικής ή στρατιωτικής θέσης του κράτους, κατά του πολιτικού καθεστώτος ή κατά της λειτουργίας των συνταγματικών εξουσιών.
Όπως ήδη από τον προπερασμένο αιώνα ανέπτυσσε ο Σαρίπολος, πολιτικό έγκλημα συνιστά «πάσα κατά της εσωτερικής ή εξωτερικής ασφάλειας του κράτους πράξις, απειλούσα την ύπαρξιν της Πολιτείας ή του Πολιτεύματος».
Σύμφωνα με την υποκειμενική θεωρία, κύριο στοιχείο για τον χαρακτηρισμό της πράξης είναι το άτομο που την τελεί.
Έτσι, εξετάζεται, βασικά, το κίνητρο που ώθησε το συγκεκριμένο άτομο να πραγματώσει το αδίκημα.
Σύμφωνα με τη θεωρία αυτή, δεν πρέπει να θεωρείται ως πολιτική η πράξη η οποία στρέφεται κατά του κράτους, αλλά έχει καθαρά προσωπικό χαρακτήρα, όπως η προσωπική έχθρα ή η επιθυμία προσωπικής προσβολής.
Αντίθετα, εξομοιώνονται με πολιτικά, τα αδικήματα εκείνα τα οποία δε στρέφονται μεν κατά της υπάρξεως ή της οργανώσεως του κράτους, είναι όμως αποτέλεσμα ενός κοινωνικού κινήτρου γενικής μορφής, όπως π.χ. τα εγκλήματα των αναρχικών.
Πρόκειται για πλησιέστερη με τις ιστορικές καταβολές της έννοιας του πολιτικού εγκλήματος θεωρία, σε σχέση με την αντικειμενική θεωρία, αφού θέλει να εισχωρήσει στον εσωτερικό κόσμο του δράστη για να διαπιστώσει αν η πράξη του είχε πολιτικό σκοπό ή πολιτικά κίνητρα, έτσι ώστε να τον χαρακτηρίσει ως πολιτικό εγκληματία.
Τέλος, με τη μικτή θεωρία γίνεται προσπάθεια αποφυγής των ακροτήτων που παρουσιάζουν οι άλλες δύο θεωρίες, και συγχρόνως, συγκερασμού των θετικών τους στοιχείων.
Για να θεωρηθεί, έτσι, ως πολιτικό αδίκημα μια εγκληματική πράξη, λαμβάνεται υπόψη τόσο το αγαθό που προσβάλλεται όσο και ο σκοπός που οδήγησε το δράστη στην ενέργεια του αυτή.
Σύμφωνα με την κρατούσα τόσο στην επιστήμη όσο και στην νομολογία μικτή θεωρία, πολιτικό έγκλημα είναι εκείνο, που όχι μόνο κατά την πρόθεση του δράστη, αλλά και αντικειμενικά στρέφεται κατά πολιτικών εννόμων αγαθών και προπαντός κατά της υπόστασης του κράτους και της ασφάλειάς του.
Έτσι λοιπόν, διαπιστώνουμε ότι στον τομέα της επιστήμης τα πράγματα δεν είναι και τόσο ξεκάθαρα ως προς τον ορισμό του πολιτικού εγκλήματος.
 
Κυρίες και κύριοι,
Το πολιτικό έγκλημα, ως ειδική μορφή αξιόποινης συμπεριφοράς προβλέπεται συνταγματικά χωρίς όμως και εκεί να ορίζεται η εννοιά του.
Ως σχετική με το θέμα των πολιτικών αδικημάτων, κρίνεται σκόπιμη μια μικρή αναφορά στη διάταξη του Άρθρου 5 (παρ. 2γ) του Συντάγματος.
Σύμφωνα με τη διάταξη αυτή «απαγορεύεται η έκδοση αλλοδαπού ο οποίος διώκεται για την υπέρ της ελευθερίας δράση του».
Είναι φανερό πως το περιεχόμενο του άρθρου είναι γενικό και αόριστο.
Αναμφισβήτητα μέσα στην έννοια «δράση υπέρ της ελευθερίας» μπορούν να περιληφθούν και πράξεις οι οποίες συνιστούν πολιτικά αδικήματα.
Μπορούν όμως να περιληφθούν και πράξεις άλλες, οι οποίες, ανεξάρτητα από το σκοπό και το εγκληματικό τους αποτέλεσμα, συνδέονται με την «ελευθερία».
Ακριβώς λοιπόν εδώ και λόγω της γενικής αοριστίας του Άρθρου, βρίσκεται και η δυσκολία ενός σαφούς ορισμού του πολιτικού εγκλήματος.
Επίσης, και ο ποινικός κώδικας δεν οριοθετεί την έννοια του πολιτικού εγκλήματος.
Σύμφωνα μ’αυτόν πολιτικά εγκλήματα μπορούν να θεωρηθούν η εσχάτη προδοσία, η επιβουλή κατά της ακεραιότητας της χώρας, η προσβολή κατά της διεθνούς ειρήνης της χώρας, η προσφορά στρατιωτικής υπηρεσίας στον εχθρό, η υποστήριξη της πολεμικής δύναμης του εχθρού, η παράβαση συμβάσεων, η παράβαση μυστικών της πολιτείας, η κατασκοπεία, η νόθευση αποδεικτικών, και η κατάχρηση πληρεξουσιότητας.
 
Κυρίες και κύριοι,
Σε ότι αφορά τώρα την ελληνική νομολογία θα αναφερθώ σε ορισμένες μόνο χαρακτηριστικές περιπτώσεις.
Ο Άρειος Πάγος με απόφαση του αποφάνθηκε ότι πολιτικά εγκλήματα θεωρούνται αυτά που αφορούν στην ασφάλεια του κράτους ή στη θεμελιώδη πολιτική κατάσταση.
Έκρινε ότι η παρεμπόδιση των εκλογέων να ασκήσουν το εκλογικό τους δικαίωμα και κάθε αλλοίωση του εκλογικού αποτελέσματος, αποτελούν πολιτικά εγκλήματα, καθόσον παρακωλύεται μ’ αυτά ο σχηματισμός της πολιτείας σύμφωνα με το πολίτευμα (αντικειμενική θεωρία).
Ο Άρειος Πάγος, με την απόφαση 107/1922, έκρινε ότι τα εγκλήματα που τελέστηκαν σε εκδηλώσεις πολιτικές ή τοπικούς κομματικούς ανταγωνισμούς και εν γένει μετά τις εκλογές, δεν είναι πολιτικά, γιατί έχουν σκοπό τη διατάραξη της τάξης απλώς και όχι την παρακώλυση του σχηματισμού της πολιτείας και την εσωτερική αυτής ασφάλεια και μορφή του πολιτεύματος.
Έτσι, ο Άρειος Πάγος έκρινε, με την απόφαση 238/1930, ότι αν διαπράττονται οπλοφορίες, συκοφαντίες από προσωπικούς λογούς ή πολιτικοί ανταγωνισμοί, είτε εκλογικό αδίκημα για άλλους και όχι για πολιτικούς σκοπούς, αυτά τα εγκλήματα αντικειμενικά και υποκειμενικά δεν είναι πολιτικά.
Πρόσφατα δε, η απόφαση του Αρείου Πάγου 362/1995 καθώς και η απόφαση του Συμβουλίου 1137/1998 ορίζουν ότι «πολιτικό έγκλημα, σε αντίθεση με τα εγκλήματα του κοινού Ποινικού Δικαίου, είναι εκείνο που στρέφεται αμέσως κατά της Πολιτείας και τείνει στην ανατροπή ή αλλοίωση της καθεστηκυίας τάξεως, που υπάρχει σύμφωνα με το ισχύον πολίτευμά της, τελέστηκε δε από δράστη με αφορμή τα πολιτικά του φρονήματα ή τις αρχές του ή προς τον σκοπόν ικανοποίησης πολιτικών επιδιώξεων».
Απ’ όλα αυτά προκύπτει πόσο ρευστό είναι το θέμα του χαρακτηρισμού μιας πράξης ως πολιτικού αδικήματος, αφού μέσα σε μία και μόνο χώρα δεν μπορεί να υπάρξει πάγια και σταθερή νομολογία.
 
Στο διεθνή χώρο, το πολιτικό έγκλημα εκδηλώνεται με πράξεις όπως είναι διάφορες βομβιστικές ενέργειες, πολιτικές δολοφονίες, ομηρίες πολιτικών προσώπων, πραξικοπήματα και ανατροπές νομίμων κυβερνήσεων.
Ενδεικτικά, αλλά χαρακτηριστικά, θα μπορούσαμε να αναφέρουμε ως πολιτικά εγκλήματα τη δολοφονία του Γκάντι (1948), την ανατροπή του Περόν στην Αργεντινή (1955), τη δολοφονία του Τζ. Κέννεντυ (1963), τη δολοφονία του Μάρτιν Λούθερ Κινγκ (1968), την ανατροπή και τον φόνο του Αλιέντε στη Χιλή (1973).
 
Κυρίες και κύριοι,
Θα μου επιτρέψετε πριν ολοκληρώσω την τοποθέτησή μου, και στα πλαίσια του θέματος της εισήγησής μου, να προσπαθήσω, με βάση τη βιβλιογραφία, να απαντήσω στο ερώτημα αν η τρομοκρατική πράξη συνιστά πολιτικό έγκλημα.
Κάθε μορφή εγκλήματος, που βασίζεται σε πολιτική αμφισβήτηση, δεν μπορεί να χαρακτηριστεί ως πολιτικό έγκλημα, παρά μόνο στην περίπτωση που τα κίνητρα και το αποτέλεσμα ή ο στόχος της πράξης μπορούν σαφώς να διασταλούν από την έννοια της αντικοινωνικής δράσης.
Η τρομοκρατία είναι η καταρχήν έκφραση της αντικοινωνικής δράσης.
Ξεκινώντας ο τρομοκράτης από μια αμφίβολη πολιτική βάση, αντιδρά στην καταπίεση της εξουσίας, χτυπώντας όχι άμεσα την ίδια αλλά τις οργανωτικές της βάσεις.
Σύμφωνα και με τον Μαγκάκη (2002), ένα αντικειμενικό στοιχείο που χαρακτηρίζει την τρομοκρατία και την διαστέλλει από την αγωνιστική, πολιτική δράση είναι η απουσία οποιασδήποτε σύνδεσής της με το λαϊκό κίνημα και τις οργανωμένες δυνάμεις του.
Είναι βέβαιο πως ο τρομοκράτης δρα έξω από τις λαϊκές επιλογές και η δράση του αυτή του στερεί κάθε συνολική πολιτική δυνατότητα.
Έτσι εντυπωσιακή είναι στην περίπτωση της τρομοκρατίας η έλλειψη πλατιάς λαϊκής συμπαράστασης και η πλήρης ανυπαρξία οποιουδήποτε συσχετισμού των τρομοκρατικών ενεργειών με τις εκδηλώσεις των ανοικτών λαϊκών, πολιτικών και κοινωνικών αγώνων.
Ένα επίσης αντικειμενικό χαρακτηριστικό της τρομοκρατικής δράσης, που συγκαθορίζει και αυτό τον χαρακτήρα της ως κοινού και όχι πολιτικού εγκλήματος, είναι και η παντελής έλλειψη ένταξης των ενεργειών της σ΄ ένα γενικότερο αγωνιστικό σχεδιασμό και η απουσία κάθε οργανικής, θεωρητικής έστω, σύνδεσής τους με κάποια σκοπούμενα και προσχεδιασμένα πολιτικά επακόλουθα.
Οι φοβερές αιματηρές πράξεις τελούνται και παραμένουν στρατηγικά και πρακτικά στο κενό.
Συνεπώς, η έλλειψη σωστής πολιτικής βάσης αλλά και πολιτικής πρακτικής από πλευράς των τρομοκρατών τοποθετεί, κατά τεκμήριο, τη δράση τους στα εγκλήματα Κοινού Ποινικού Δικαίου.
Βαρύνουσα σημασία έχει και η απόφαση ΑΠ 820/1989 η οποία δέχεται ότι «τρομοκρατικές ενέργειες που προξένησαν θύματα και προκάλεσαν κίνδυνο σε ανυπεράσπιστους ανθρώπους δεν αποτελούν πολιτικά εγκλήματα, ούτε συνιστούν υπέρ της ελευθερίας δράσεις».
Με αυτές τις σκέψεις, εύχομαι κάθε επιτυχία στις εργασίες της επιστημονικής συνάντησής σας.