Έθνος: Το δημοψήφισμα και το όχι της Ν.Δ.

Έθνος: Το δημοψήφισμα και το όχι της Ν.Δ.

Με την πρωτοβουλία των κομμάτων της Αντιπολίτευσης να καταθέσουν ξεχωριστές προτάσεις για τη διεξαγωγή δημοψηφίσματος με αφορμή το ψηφισθέν ασφαλιστικό νομοσχέδιο ολοκληρώθηκε σε κοινοβουλευτικό επίπεδο η αγωνιώδης προσπάθεια της Αντιπολίτευσης να καθυστερήσει την προώθηση αναμόρφωσης του ασφαλιστικού συστήματος. Η αλληλουχία των γεγονότων και η επιλογή ατελέσφορων πολιτικών πρωτοβουλιών δεν αφήνει περιθώρια άλλων ερμηνειών.
Οι προτάσεις για τη διεξαγωγή δημοψηφίσματος ήταν μια ακόμη άσκηση κοινοβουλευτικού ακτιβισμού, μια ακόμη προσπάθεια πρόκλησης τεχνητής όξυνσης και δοκιμασίας των θεσμών. Αποδεικνύεται έτσι, για μία ακόμη φορά, ότι «η πολιτική πενία τέχνας κατεργάζεται».
Σε αντιδιαστολή με το περιβάλλον που προσπάθησαν να διαμορφώσουν τα κόμματα της Αντιπολίτευσης, η Κυβέρνηση και τα μέλη της Κοινοβουλευτικής Ομάδας της Ν.Δ. προσήλθαν στη συζήτηση με τη σοβαρότητα που επιβάλλει ο σεβασμός στους θεσμούς και στους πολίτες. Κατέδειξαν ότι οι προτάσεις για τη διεξαγωγή δημοψηφίσματος, ενός θεσμού που αποτελεί έκφραση της άμεσης δημοκρατίας, είναι θεσμικά αβάσιμες και πολιτικά έωλες.
1ον: Ένα δημοψήφισμα πρέπει να στηρίζεται σε ένα σαφές, σε ένα διακριτό δίλημμα. Ένα δίλημμα που να εμπεριέχει σοβαρές, αξιόπιστες, εφικτές και ολοκληρωμένες εναλλακτικές προτάσεις. Εναλλακτικές προτάσεις, οι οποίες όμως απουσιάζουν στο εγχείρημα της αναμόρφωσης του ασφαλιστικού συστήματος. Ακόμη όμως και αν αυτές υπήρχαν, είναι εξαιρετικά αμφίβολο κατά πόσο οι δυνάμεις της Αντιπολίτευσης θα κατάφερναν να συγκλίνουν σε μια κοινή συνισταμένη.
2ον: Η άμεση προσφυγή στη λαϊκή ετυμηγορία δεν προσιδιάζει σε ζητήματα που είναι από τη φύση τους περίπλοκα. Πράγματι, η αναμόρφωση του ασφαλιστικού συστήματος είναι εγχείρημα σύνθετο και απαιτητικό. Κανείς δεν μπορεί, και δεν είναι και αντικειμενικά εφικτό, να συμπυκνώνει την όλη προσπάθεια της μεταρρύθμισής του σ’ ένα ερώτημα του «ναι» ή του «όχι». Σε μια τέτοια περίπτωση, σύμφωνα και με τον έγκριτο συνταγματολόγο κ. Τσάτσο «πιθανόν το δημοψήφισμα από διαδικασία με δημοκρατική ποιότητα, να καταστεί διαδικασία που δεν θα εκφράζει πραγματικά την πλειοψηφική άποψη του Ελληνικού λαού.»
3ον: Σύμφωνα με την άποψη πολλών, όπως αυτή του Καθηγητή κ. Μουζέλη, «τα δημοψηφίσματα υπονομεύουν μακροχρόνιες μεταρρυθμιστικές πολιτικές, οι οποίες σχεδόν πάντα, για να πετύχουν, πρέπει στα αρχικά τους στάδια να βασισθούν στην επιλογή μη δημοφιλών μέτρων.» Το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι αυτό της ένταξης της χώρας μας στην ΕΟΚ. Αν ο Κωνσταντίνος Καραμανλής προχωρούσε σε δημοψήφισμα, πιθανότατα δεν θα γινόμασταν μέλος της Ευρωπαϊκής οικογένειας. Σήμερα, η αναμόρφωση του ασφαλιστικού συστήματος επιβάλλει την αντιμετώπιση στρεβλώσεων, αγκυλώσεων, υπερβολών και χρόνιων παθογενειών. Η κυβέρνηση τολμά να αναλάβει τις πρωτοβουλίες που απαιτούνται προς αυτή την κατεύθυνση, αγνοώντας το όποιο πρόσκαιρο, πιθανόν, πολιτικό κόστος. 
4ον: Ο ίδιος ο νομοθέτης διάκειται με αρνητική διάθεση έναντι της διεξαγωγής δημοψηφισμάτων, θέτοντας πλήθος προϋποθέσεων ώστε να καθίσταται σπάνια η διενέργειά τους. Έτσι, από τις προτάσεις των κομμάτων της Αντιπολίτευσης δεν φαίνεται να ικανοποιούνται οι ουσιαστικές συνταγματικές προϋποθέσεις για δημοψήφισμα. Το Ελληνικό Σύνταγμα, μετά και την Αναθεώρηση του 1986 επί κυβερνήσεως ΠΑΣΟΚ, προβλέπει τη δυνατότητα διεξαγωγής δημοψηφίσματος για νόμο ο οποίος ρυθμίζει σοβαρό κοινωνικό ζήτημα, εκτός των δημοσιονομικών. Οι αλλαγές, όμως, που προωθεί η κυβέρνηση στο ασφαλιστικό, συνιστούν ρύθμιση επιμέρους παραμέτρων του συστήματος συντάξεων με αμιγώς δημοσιονομική λογική.
5ον: Σύμφωνα με τον Καθηγητή κ. Μανιτάκη, το δημοψήφισμα, αν και εμφανίζεται ως θεσμός άμεσης δημοκρατίας, λειτουργεί στην πράξη, κάποιες φορές, ως θεσμός «καισαρικής» δημοκρατίας. Η ιστορία των δημοψηφισμάτων στη χώρα μας είναι διαφωτιστική. Από ιδρύσεως του νεοελληνικού κράτους έχουν διεξαχθεί επτά φορές δημοψηφίσματα. Τις έξι από αυτές για το πολιτειακό ζήτημα και μία για την έγκριση συνταγματικού κειμένου. Σε όλες τις περιπτώσεις τα δημοψηφίσματα λειτούργησαν κυρωτικά και επιβεβαιωτικά των πολιτικών μεταβολών που είχαν προηγηθεί και οδήγησαν την κοινή γνώμη προς την ανάλογη κατεύθυνση (υπάρχει και αντίστοιχη μελέτη του κ. Μακρυδημήτρη).
6ον: Πριν 10 χρόνια, ο κ. Σημίτης απέφυγε να θέσει σε δημοψήφισμα την ένταξη της χώρας στην Ο.Ν.Ε. και την υιοθέτηση του ευρώ, αναφέροντας χαρακτηριστικά στη Βουλή: «Είναι πάγια τακτική ότι στην Ελλάδα δεν αποφασίζονται τα θέματα των Συνθηκών της Ευρωπαϊκής Ένωσης με δημοψήφισμα, αλλά μέσα από τις διαδικασίες που προβλέπονται στο Σύνταγμα από τη Βουλή». Την ίδια τακτική ακολούθησε και ο κ. Καραμανλής στην αντίστοιχη πρόταση για τη διεξαγωγή δημοψηφίσματος για το «Ευρωπαϊκό Σύνταγμα».
Οι πολιτικές ηγεσίες επιλέγουν την κοινοβουλευτική ευθύνη ενώπιον των αντιπροσωπευτικών θεσμών. Η Βουλή, σύμφωνα με τη θεμελιώδη συνταγματική αρχή της αντιπροσώπευσης, είναι το καταλληλότερο πεδίο για τη συζήτηση, την επεξεργασία και την ψήφιση του ασφαλιστικού νομοσχεδίου.
7ο: Ίσως λησμονούν οι πρωτεργάτες της πρωτοβουλίας για το δημοψήφισμα, ότι «όσο καθυστερεί η μεταρρύθμιση του ασφαλιστικού συστήματος, τόσο εντείνονται οι μηχανισμοί αυτο-επιδείνωσής του» (Γιαννίτσης, 2008). Η αναβολή της αναμόρφωσης όμως, στέλνει το λογαριασμό στην επόμενη γενιά, με ότι αυτό συνεπάγεται για τους νέους της χώρας, τους οποίους συχνά επικαλούνται και για τους οποίους όψιμα κόπτονται.
Με την απόρριψη των προτάσεων για τη διεξαγωγή δημοψηφίσματος, προχωράει και η διαδικασία για την αναμόρφωση του ασφαλιστικού συστήματος. Αναμόρφωση απαραίτητη, επιτακτικά αναγκαία, κοινωνικά επιβεβλημένη, μεταρρύθμιση που προσαρμόζει το ασφαλιστικό σύστημα στις σύγχρονες ανάγκες της κοινωνίας.