Ετήσια έκδοση Forum “Αγορά Ιδεών”: Πολιτικές συνοχής και ευημερίας

Ετήσια έκδοση Forum “Αγορά Ιδεών”: Πολιτικές συνοχής και ευημερίας

Βασική επιδίωξη της οικονομικής πολιτικής είναι η ενίσχυση της οικονομικής μεγέθυνσης, της συνεχούς δηλαδή αύξησης, κατά τη διάρκεια μιας μακράς χρονικής περιόδου, του συνολικού ή κατά κεφαλήν προϊόντος της οικονομίας. Ενώ όμως η οικονομική μεγέθυνση είναι αναγκαία συνθήκη για τη βελτίωση της ευημερίας των πολιτών, δεν είναι και ικανή συνθήκη για τη συμμετοχή όλων στην παραγωγική διαδικασία (απασχόληση, κοινωνική συνοχή), για τη διανομή (αμοιβές) και τις ωφέλειες (κοινωνικό όφελος). Ήδη από το 1982 ο Ξενοφών Ζολώτας στο σύγγραμμά του με τον εύγλωττο τίτλο «Οικονομική μεγέθυνση και φθίνουσα κοινωνική ευημερία» (έκδοση Τράπεζας της Ελλάδος) επισήμανε τις αδυναμίες και τους κινδύνους από τη μονοδιάστατη ποσοτική θεώρηση του οικονομικού φαινομένου και τόνισε ότι οι αριθμοί μπορεί κάλλιστα να ευημερούν αλλά η ευημερία της κοινωνίας να φθίνει και η φτώχεια να διευρύνεται (σε αντίστοιχα συμπεράσματα καταλήγουν πρόσφατες μελέτες του Ο.Ο.Σ.Α. και της Unicef).
Είναι δυστυχώς γεγονός ότι οι υψηλοί ρυθμοί οικονομικής και κοινωνικής ανάπτυξης που παρατηρήθηκαν σε πολλές χώρες τις τελευταίες δεκαετίες, δεν κατάφεραν να επιφέρουν τα προσδοκώμενα αποτελέσματα σχετικά με τη μείωση της φτώχειας και την ενίσχυση της συνοχής του κοινωνικού ιστού. Ενδεικτικά αναφέρεται ότι στην Ευρωπαϊκή κοινωνία, παρά την τεράστια πρόοδο που έχει συντελεστεί αναφορικά με την παραγωγή αγαθών και υπηρεσιών, υπάρχουν παραπάνω από 72 εκατ. φτωχοί, δηλαδή το 16% του πληθυσμού της Ευρωπαϊκής Ένωσης των 25 κρατών-μελών (Ε.Ε.-25) παραμένει κάτω από τα όρια της φτώχειας, ενώ η ψαλίδα των κοινωνικών ανισοτήτων διευρύνεται.
Αιτίες και συνέπειες
Το πρόβλημα της φτώχειας, ένα δυναμικό και πολυδιάστατο φαινόμενο, ήταν σχεδόν πάντοτε επίκαιρο θέμα του επιστημονικού και πολιτικού διαλόγου σε όλες τις κοινωνίες, ακόμη και στις πιο ανεπτυγμένες. Το πρόβλημα αυτό, το οποίο συνήθως προσεγγίζεται στην οικονομική του διάσταση, χαρακτηρίζεται από διαχρονικότητα και διατοπικότητα, παρουσιάζεται σε όλες τις χρονικές περιόδους του οικονομικού κύκλου και παρατηρείται σε όλες τις κοινωνίες, τόσο στις ανεπτυγμένες όσο και στις υπανάπτυκτες.
Σύμφωνα με πρόσφατες διεθνείς μελέτες, αλλά και έρευνες του Κέντρου Προγραμματισμού και Οικονομικών Ερευνών (ΚΕ.Π.Ε., Αθήνα 2007) και του Εθνικού Κέντρου Κοινωνικών Ερευνών (Ε.Κ.Κ.Ε., 2007), η διεθνοποίηση και αλληλεξάρτηση οικονομιών και αγορών, η ενίσχυση του παγκόσμιου ανταγωνισμού και οι τεχνολογικές εξελίξεις, η στενότητα των οικονομικών πόρων, οι δημογραφικές αλλαγές και οι μεταβολές στην κοινωνική δομή, οι διαρθρωτικές αλλαγές στην παραγωγική διαδικασία, η ανεπαρκής ζήτηση για εργασία και η διεύρυνση της αγοράς εργασίας, η έλλειψη εργασιακής αντίληψης, το χαμηλό επίπεδο ανθρώπινου κεφαλαίου, η φυσική ανικανότητα για εργασία και η μονογονεϊκότητα, το χαμηλό ύψος των συντάξεων και ο «υπολειμματικός» χαρακτήρας του συστήματος κοινωνικής πρόνοιας, αποτελούν τους φτωχογόνους παράγοντες.
Η εισοδηματική φτώχεια επιδρά αρνητικά στην οικονομική ευημερία και ανάπτυξη, επιβαρύνει την οικονομική αποτελεσματικότητα και παραγωγικότητα, υποσκάπτει την κοινωνική συνοχή, υποθάλπει τις κοινωνικές αντιπαραθέσεις, ενισχύει την παραβατικότητα και την εγκληματικότητα, και, σε τελική ανάλυση, επηρεάζει αρνητικά την ευτυχία των πολιτών (βλέπετε και θεωρία των Οικονομικών της Ευτυχίας [EconomicsofHappiness]).
Οι προαναφερθείσες αιτίες αλλά και οι συνέπειες του προβλήματος της φτώχειας έχουν καταστήσει επιτακτική την ανάγκη συλλογής στοιχείων για τα εισοδήματα και την κατανάλωση του πληθυσμού, έτσι ώστε να αποκτηθεί μια σχετικά σαφής εικόνα για τη διάσταση της φτώχειας, για τις διαχρονικές μεταβολές της, και για τα χαρακτηριστικά των πληθυσμιακών ομάδων που κινδυνεύουν περισσότερο να βρεθούν σε κατάσταση φτώχειας.
Η Ελληνική περίπτωση
Είναι γνωστό ότι υπάρχουν δύο μεθοδολογίες προσέγγισης της φτώχειας, η απόλυτη και η σχετική. Η απόλυτη προσέγγιση αναφέρεται στην έλλειψη κάποιου ελάχιστου επιπέδου εισοδήματος που είναι αναγκαίο για την κάλυψη των βασικών αναγκών ενός ατόμου ή ενός νοικοκυριού (φτώχεια ως ανεπάρκεια). Η σχετική προσέγγιση επικεντρώνεται στην ανεπάρκεια ή την απόκλιση από ένα συνηθισμένο, κοινωνικά αποδεκτό επίπεδο διαβίωσης (φτώχεια ως ανισότητα). Στην περίπτωση των χωρών της Ευρωπαϊκής Ένωσης, με δεδομένο το σχετικά υψηλό επίπεδο οικονομικής και κοινωνικής ανάπτυξης, η φτώχεια εκτιμάται με σχετικά κριτήρια.
Έτσι, με βάση τους κοινούς στατιστικούς δείκτες που καθορίστηκαν στο Ευρωπαϊκό Συμβούλιο του Λάακεν (Laeken, Δεκέμβριος 2001), η Ελλάδα, παρά τη διαχρονική, σε απόλυτους όρους, βελτίωση του επιπέδου διαβίωσης του πληθυσμού, παραμένει μια χώρα με υψηλά επίπεδα σχετικής φτώχειας μετά τις κοινωνικές μεταβιβάσεις, σημαντικές εγχώριες περιφερειακές ανισότητες, και σχετικά υψηλά επίπεδα κοινωνικής ανισότητας σε σύγκριση με τις υπόλοιπες χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Με βάση τα στοιχεία από το Γενικό Λογιστήριο του Κράτους, το χρηματικό όριο της φτώχειας ανέρχεται στο ετήσιο ποσό των €5.649,78 ανά άτομο για το 2005, και στο ποσό των €11.864,54 για νοικοκυριά με δύο ενήλικους και δύο εξαρτώμενα παιδιά.
Σύμφωνα με τα πλέον πρόσφατα διαθέσιμα στοιχεία της Eurostat, το ποσοστό της φτώχειας, που καθορίζεται με βάση το ποσοστό των ανθρώπων με διαθέσιμο εισόδημα που υπολείπεται του 60% του διάμεσου ισοδύναμου διαθέσιμου εισοδήματος σε εθνική βάση, χωρίς την αναδιανεμητική επίδραση των κοινωνικών δαπανών, δηλαδή των συντάξεων και των κοινωνικών μεταβιβάσεων, ανέρχεται στο 39% το 2005, σε αντιστοιχία με το ποσοστό του ευρωπαϊκού μέσου όρου.
Το ποσοστό αυτό, πριν τις κοινωνικές μεταβιβάσεις αλλά μετά την καταβολή των συντάξεων, διαμορφώνεται στο 23% (όταν ο ευρωπαϊκός μέσος όρος είναι στο 26%), ενώ μετά τις κοινωνικές μεταβιβάσεις μειώνεται στο 20% (όταν ο ευρωπαϊκός μέσος όρος είναι στο 16%). Το τελευταίο ποσοστό για τη χώρα μας είναι το υψηλότερο μεταξύ των κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης, χαμηλότερο μόνο έναντι αυτού της Πολωνίας και της Λιθουανίας (το αντίστοιχο ποσοστό εκεί ανέρχεται στο 21%).
Παρατηρούμε συνεπώς ότι η Ελλάδα έχει να αντιμετωπίσει τη μειωμένη αποτελεσματικότητα των πολιτικών κοινωνικής προστασίας στην καταπολέμηση της εισοδηματικής φτώχειας. Παρά το γεγονός ότι οι κοινωνικές δαπάνες ως ποσοστό του ΑΕΠ στη χώρα μας είναι σχεδόν ισοδύναμες με το μέσο ευρωπαϊκό επίπεδο (26% όταν στην Ευρωπαϊκή Ένωση είναι 27,6%), μόλις το 13% των ατόμων που διαβιούν κάτω από το όριο της φτώχειας καταφέρνει να υπερβεί το όριο αυτό μετά τις κοινωνικές μεταβιβάσεις, σε αντίθεση με τον αντίστοιχο ευρωπαϊκό μέσο όρο (38,5%). Συνεπώς, ο τρόπος με τον οποίο κατανέμονται οι κοινωνικές δαπάνες στην Ελλάδα υποδηλώνει ότι χρειάζονται τριπλάσιοι πόροι σε σχέση με την Ευρωπαϊκή Ένωση για να επιτευχθεί το ίδιο αποτέλεσμα στο πεδίο της μείωσης της εισοδηματικής φτώχειας (βλέπε και Ε.Κ.Κ.Ε., «Το κοινωνικό πορτρέτο της Ελλάδας 2006», Έκδοση 2007). Μάλιστα, με βάση τους δείκτες της κάθετης και της οριζόντιας αποτελεσματικότητας των αντίστοιχων κοινωνικών δαπανών, όπως παρουσιάζονται σε εφετινή μελέτη του Ε.Κ.Κ.Ε., λιγότερο από το 1/3 της δαπάνης αυτής ωφελεί τους φτωχούς. Για το λόγο αυτό, ενώ ποσοτικά η δαπάνη αυτή επαρκεί να καλύψει το 55% του βάθους φτώχειας, το πρότυπο άσκησης των αντίστοιχων πολιτικών τελικά καλύπτει το χάσμα φτώχειας μόνο κατά 17,4%.
Η αδυναμία αυτή των κοινωνικών δαπανών οφείλεται σε μια σειρά από παράγοντες, όπως:
1. Στο γεγονός ότι το κοινωνικό κράτος στην Ελλάδα δίνει μεγαλύτερη έμφαση στα ανταποδοτικά επιδόματα κοινωνικής ασφάλισης παρά στους μη ασφαλίσιμους κοινωνικούς κινδύνους, όπως είναι η φτώχεια και η μακροχρόνια ανεργία.
2. Στον κατακερματισμό και την ελλιπή στόχευση των παρεμβάσεων της κοινωνικής πολιτικής. 
3. Στο γεγονός ότι οι υπηρεσίες κοινωνικής φροντίδας δεν είναι αρκετά ανεπτυγμένες στη χώρα μας, παρά τη σχετική βελτίωσή τους τα τελευταία χρόνια.
Από τα ανωτέρω συνάγεται ότι απαιτείται στοχοθέτηση και αυστηρότερος έλεγχος της αποτελεσματικότητας των εφαρμοζόμενων πολιτικών κοινωνικής προστασίας.
Πολιτικές και δράσεις
Είναι γεγονός, και επιβεβαιώνεται σε Έκθεση της Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής (Ο.Κ.Ε.), ότι οποιοσδήποτε σχεδιασμός αντιμετώπισης της φτώχειας, για να είναι αποτελεσματικός, οφείλει να έχει διπλή διάσταση:
  • κατασταλτική, δηλαδή λήψη μέτρων άμεσης και στοχοθετημένης ανακούφισης των φτωχών, και
  • προληπτική, δηλαδή εφαρμογή πολιτικών ελαχιστοποίησης των ανισοτήτων και της περιθωριοποίησης συγκεκριμένων κοινωνικών ομάδων.

Στην πρώτη κατεύθυνση, η κυβέρνηση της Νέας Δημοκρατίας, με τις δράσεις της, όπως αυτές καταγράφονται και στον Προϋπολογισμό του 2008, στηρίζει το εισόδημα των πολιτών, ειδικά των οικονομικά ασθενέστερων.

  • Αυξάνεται το επίδομα Κοινωνικής Αλληλεγγύης (ΕΚΑΣ).
  • Ενισχύονται οι συντάξεις του ΟΓΑ.
  • Αυξάνεται το κατώτατο επίδομα ανεργίας.
  • Χορηγείται το πολυτεκνικό επίδομα στις τρίτεκνες οικογένειες.
  • Ξεκινά η λειτουργία του Εθνικού Ταμείου Κοινωνικής Συνοχής.
Η σύσταση του Εθνικού Ταμείου Κοινωνικής Συνοχής αποτελεί ένα ουσιαστικό μέτρο για τον περιορισμό της φτώχειας το οποίο ενδυναμώνει το κοινωνικό δίχτυ ασφάλειας (society safety net), συμβάλλει στην αντιμετώπιση της ακραίας φτώχειας, αποτελεί μια πρώτη παρέμβαση εισοδηματικής ενίσχυσης ατόμου ή νοικοκυριού με αποκλειστικό κριτήριο το εθνικό όριο της φτώχειας. Στόχος των δράσεων που χρηματοδοτεί το Ταμείο είναι η μείωση του ποσοστού της φτώχειας στο επίπεδο του 15% μέσα στην επόμενη 5ετία. Η αξία της νομοθετικής πρωτοβουλίας της Κυβέρνησης αναγνωρίζεται και από τους πολίτες σε έρευνα για τη φτώχεια που πραγματοποίησε πρόσφατα η Kappa Research σε συνεργασία με το London School of Economics (Οκτώβριος 2007).
Με τη λειτουργία του Ταμείου επιχειρείται μετάβαση από τις γενικές κοινωνικές δαπάνες σε δαπάνες στοχευμένες στα φτωχά και πολύ φτωχά νοικοκυριά. Το Ταμείο θα χρηματοδοτεί ολοκληρωμένα προγράμματα που θα παρέχουν στοχευμένη ετήσια εισοδηματική ενίσχυση σε κατηγορίες δικαιούχων βάσει συγκεκριμένων αντικειμενικών κριτηρίων. Στο πλαίσιο αυτό, το Ταμείο θα χρηματοδοτηθεί τα επόμενα χρόνια σταδιακά, με ποσά που θα φθάσουν ετησίως τα €2 δις., ώστε να υπάρχει η δυνατότητα ενίσχυσης με €1.000 ανά φτωχό πολίτη κατ’ έτος.
Δεν αρκούν όμως μόνο οι μηχανισμοί εισοδηματικής υποστήριξης για να αντιμετωπίσουν τη φτώχεια. Ειδικά όταν αυτοί λειτουργούν με τέτοιο τρόπο ώστε, σε ορισμένες περιπτώσεις, να δημιουργούν «παγίδες χρόνιας φτώχειας» και μεγάλης «εξάρτησης».
Οι κατασταλτικές πρωτοβουλίες της Κυβέρνησης πρέπει να συνδεθούν και να συνδυασθούν με την αναπτυξιακή πολιτική, τις πολιτικές απασχόλησης, εκπαίδευσης και επαγγελματικής κατάρτισης, τις πολιτικές υγείας και τις περιφερειακές πολιτικές με στόχο την ενίσχυση της απασχόλησης, την τόνωση της κοινωνικής κινητικότητας, την πρόσβαση όλων των δικαιούχων στους πόρους, στα δικαιώματα, στα αγαθά και στις υπηρεσίες, και την αναδιανομή του εισοδήματος και του πλούτου μακροχρονίως.
Η κυβέρνηση της Νέας Δημοκρατίας, με τη στρατηγική και το μίγμα των πολιτικών της, κινείται σε αυτή την ορθή κατεύθυνση διαμόρφωσης μιας σύνθετης, σφαιρικής και ολοκληρωμένης παρέμβασης κατά της φτώχειας που εδράζεται στο τρίπτυχο ανάπτυξη, απασχόληση, κοινωνική συνοχή.
Παρά τις αβεβαιότητες που υπάρχουν στη διεθνή οικονομία, γίνεται ένα σταθερό βήμα, όπως καταγράφεται και στον Προϋπολογισμό του 2008, στη μεγάλη προσπάθεια για μια υγιή και δυναμική ελληνική οικονομία, για μια δίκαιη κοινωνία.