Εισήγηση στη Διαρκή Επιτροπή Οικονομικών Υποθέσεων «Σύσταση Εθνικού Ταμείου Κοινωνικής Συνοχής»

Εισήγηση στη Διαρκή Επιτροπή Οικονομικών Υποθέσεων «Σύσταση Εθνικού Ταμείου Κοινωνικής Συνοχής»

Κυρίες και κύριοι συνάδελφοι,
Η κυβέρνηση της Ν.Δ. με το Σχέδιο Νόμου για τη σύσταση Εθνικού Ταμείου Κοινωνικής Συνοχής και τη χορήγηση του πολυτεκνικού επιδόματος και στις τρίτεκνες οικογένειες από την 1η Ιανουαρίου 2008 εκπληρώνει και ολοκληρώνει τις άμεσες προεκλογικές της δεσμεύσεις στο σκέλος της κοινωνικής προστασίας.
Παράλληλα, με το εν λόγω Νομοσχέδιο δίνει περαιτέρω ώθηση στην προσπάθεια για την εφαρμογή συγκροτημένου σχεδίου με στόχο την ουσιαστική και αποτελεσματική ενδυνάμωση του κοινωνικού κράτους δικαίου.
 
Κυρίες και κύριοι συνάδελφοι,
Το πρόβλημα της φτώχειας και του κοινωνικού αποκλεισμού ήταν σχεδόν πάντοτε επίκαιρο θέμα του επιστημονικού και πολιτικού διαλόγου σε όλες τις κοινωνίες, ακόμη και στις πιο ανεπτυγμένες.
Το πρόβλημα της φτώχειας, το οποίο συνήθως προσεγγίζεται στην οικονομική του διάσταση, είναι ένα σχετικό, δυναμικό, και πολυδιάστατο φαινόμενο.
Χαρακτηρίζεται από διαχρονικότητα και διατοπικότητα.
Παρουσιάζεται σε όλες τις χρονικές περιόδους του οικονομικού κύκλου.
Παρατηρείται σε όλες τις κοινωνίες, τόσο στις ανεπτυγμένες όσο και στις υπανάπτυκτες.
Είναι δυστυχώς γεγονός ότι οι υψηλοί ρυθμοί οικονομικής και κοινωνικής ανάπτυξης που παρατηρήθηκαν σε πολλές χώρες τις τελευταίες δεκαετίες, δεν κατάφεραν να επιφέρουν τα προσδοκώμενα αποτελέσματα σχετικά με τη μείωση της φτώχειας και την ενίσχυση της συνοχής του κοινωνικού ιστού.
Ενδεικτικά αναφέρεται ότι στην Ευρωπαϊκή κοινωνία, παρά την τεράστια πρόοδο που έχει συντελεστεί αναφορικά με την παραγωγή αγαθών και υπηρεσιών, υπάρχουν παραπάνω από 72 εκατ. φτωχοί, δηλαδή το 16% του πληθυσμού της Ευρωπαϊκής Ένωσης των 25 κρατών-μελών (Ε.Ε.-25) παραμένει κάτω από τα όρια της φτώχειας.
Ταυτόχρονα η ψαλίδα των κοινωνικών ανισοτήτων διευρύνεται.
Σύμφωνα με πρόσφατες διεθνείς μελέτες, αλλά και έρευνες του Κέντρου Προγραμματισμού και Οικονομικών Ερευνών (ΚΕ.Π.Ε., Αθήνα 2007) και του Εθνικού Κέντρου Κοινωνικών Ερευνών (Ε.Κ.Κ.Ε., 2007),
η διεθνοποίηση και αλληλεξάρτηση οικονομιών και αγορών,
η ενίσχυση του παγκόσμιου ανταγωνισμού και οι τεχνολογικές εξελίξεις,
η στενότητα των οικονομικών πόρων,
οι δημογραφικές αλλαγές και οι μεταβολές στην κοινωνική δομή,
οι διαρθρωτικές αλλαγές στην παραγωγική διαδικασία,
η ανεπαρκής ζήτηση για εργασία και η διεύρυνση της αγοράς εργασίας,
η έλλειψη εργασιακής αντίληψης,
το χαμηλό επίπεδο ανθρώπινου κεφαλαίου,
η φυσική ανικανότητα για εργασία και η μονογονεϊκότητα,
το χαμηλό ύψος των συντάξεων και ο «υπολειμματικός» χαρακτήρας του συστήματος κοινωνικής πρόνοιας, 
αποτελούν κλασικούς φτωχογόνους παράγοντες και σύγχρονες προκλήσεις που δημιουργούν μια σειρά από νέους κινδύνους που σχετίζονται με την επέκταση της φτώχειας και του κοινωνικού αποκλεισμού.
Η εισοδηματική φτώχεια επιδρά αρνητικά στην οικονομική ευημερία και ανάπτυξη.
Επιβαρύνει την οικονομική αποτελεσματικότητα και παραγωγικότητα.
Υποσκάπτει την κοινωνική συνοχή.
Υποθάλπει τις κοινωνικές αντιπαραθέσεις.
Ενισχύει την παραβατικότητα και την εγκληματικότητα.
Επηρεάζει αρνητικά την ευτυχία των πολιτών.
 
Κυρίες και κύριοι συνάδελφοι,
Οι προαναφερθείσες αιτίες αλλά και οι συνέπειες του προβλήματος της φτώχειας έχουν καταστήσει επιτακτική την ανάγκη συλλογής στοιχείων για τα εισοδήματα και την κατανάλωση του πληθυσμού, έτσι ώστε να αποκτηθεί μια σχετικά σαφής εικόνα για τη διάσταση της φτώχειας, για τις διαχρονικές μεταβολές της, και για τα χαρακτηριστικά των πληθυσμιακών ομάδων που κινδυνεύουν περισσότερο να βρεθούν σε κατάσταση φτώχειας.
Είναι γνωστό ότι υπάρχουν δύο μεθοδολογίες προσέγγισης της φτώχειας, η απόλυτη και η σχετική.
Η απόλυτη προσέγγιση αναφέρεται στην έλλειψη κάποιου ελάχιστου επιπέδου εισοδήματος που είναι αναγκαίο για την κάλυψη των βασικών αναγκών ενός ατόμου ή ενός νοικοκυριού (φτώχεια ως ανεπάρκεια).
Η σχετική προσέγγιση επικεντρώνεται στην ανεπάρκεια ή την απόκλιση από ένα συνηθισμένο, κοινωνικά αποδεκτό επίπεδο διαβίωσης (φτώχεια ως ανισότητα).
Στην περίπτωση των χωρών της Ευρωπαϊκής Ένωσης, με δεδομένο το σχετικά υψηλό επίπεδο οικονομικής και κοινωνικής ανάπτυξης, η φτώχεια εκτιμάται με σχετικά κριτήρια.
Έτσι, με βάση τους κοινούς στατιστικούς δείκτες που καθορίστηκαν στο Ευρωπαϊκό Συμβούλιο του Λάακεν (Laeken, Δεκέμβριος 2001), η Ελλάδα, παρά τη διαχρονική, σε απόλυτους όρους, βελτίωση του επιπέδου διαβίωσης του πληθυσμού, παραμένει μια χώρα με υψηλά επίπεδα σχετικής φτώχειας μετά τις κοινωνικές μεταβιβάσεις και σχετικά υψηλά επίπεδα κοινωνικής ανισότητας σε σύγκριση με τις υπόλοιπες χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης.[1]
Έτσι, με βάση τα στοιχεία από το Γενικό Λογιστήριο του Κράτους, το χρηματικό όριο της φτώχειας ανέρχεται στο ποσό των €5.649,78 ανά άτομο για το 2005, και στο ποσό των €11.864,54 για νοικοκυριά με δύο ενήλικους και δύο εξαρτώμενα παιδιά.
Επίσης, σύμφωνα με τα πλέον πρόσφατα διαθέσιμα στοιχεία της Eurostat, το ποσοστό της φτώχειας, που καθορίζεται με βάση το ποσοστό των ανθρώπων με διαθέσιμο εισόδημα που υπολείπεται του 60% του διάμεσου ισοδύναμου διαθέσιμου εισοδήματος σε εθνική βάση, χωρίς την αναδιανεμητική επίδραση των κοινωνικών δαπανών, δηλαδή των συντάξεων και των κοινωνικών μεταβιβάσεων, ανέρχεται στο 39% το 2005, σε αντιστοιχία με το ποσοστό του ευρωπαϊκού μέσου όρου (Μητράκος, 2007).
Το ποσοστό αυτό, πριν τις κοινωνικές μεταβιβάσεις αλλά μετά την καταβολή των συντάξεων, διαμορφώνεται στο 23%, όταν ο ευρωπαϊκός μέσος όρος είναι στο 26%.
Το ποσοστό αυτό μετά τις κοινωνικές μεταβιβάσεις μειώνεται στο 20%, όταν ο ευρωπαϊκός μέσος όρος είναι στο 16%.
Το ποσοστό αυτό για τη χώρα μας είναι το υψηλότερο μεταξύ των κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης, χαμηλότερο μόνο έναντι αυτού της Πολωνίας και της Λιθουανίας (το αντίστοιχο ποσοστό εκεί ανέρχεται στο 21%). 
Παρατηρούμε συνεπώς ότι η Ελλάδα έχει να αντιμετωπίσει τη μειωμένη αποτελεσματικότητα των πολιτικών κοινωνικής προστασίας στην καταπολέμηση της εισοδηματικής φτώχειας.
Παρά το γεγονός ότι οι κοινωνικές δαπάνες ως ποσοστό του ΑΕΠ στη χώρα μας είναι σχεδόν ισοδύναμες με το μέσο ευρωπαϊκό επίπεδο (στο 26%, στην Ευρωπαϊκή Ένωση στο 27,6%), μόλις το 13% των ατόμων που διαβιούν κάτω από το όριο της φτώχειας καταφέρνει να υπερβεί το όριο αυτό μετά τις κοινωνικές μεταβιβάσεις, σε αντίθεση με τον αντίστοιχο κοινοτικό μέσο όρο (38,5%). 
Συνεπώς, σύμφωνα με το πρότυπο της κατανομής των κοινωνικών δαπανών, δαπάνη για κοινωνικά επιδόματα ίση με 1% του ΑΕΠ μειώνει το ποσοστό φτώχειας κατά 0,2 ποσοστιαίες μονάδες στην Ελλάδα και κατά 0,6 ποσοστιαίες μονάδες στην Ευρωπαϊκή Ένωση.
Με άλλα λόγια, ο τρόπος με τον οποίο δαπανώνται τα κοινωνικά επιδόματα στην Ελλάδα υποδηλώνει ότι χρειάζονται τριπλάσιοι πόροι σε σχέση με την Ευρωπαϊκή Ένωση για να επιτευχθεί το ίδιο αποτέλεσμα στο πεδίο της μείωσης της εισοδηματικής φτώχειας (βλέπε και Ε.Κ.Κ.Ε., «Το κοινωνικό πορτρέτο της Ελλάδας 2006», Έκδοση 2007).
Μάλιστα, με βάση τους δείκτες της κάθετης και της οριζόντιας αποτελεσματικότητας των αντίστοιχων κοινωνικών δαπανών, όπως παρουσιάζονται σε εφετινή μελέτη του Ε.Κ.Κ.Ε., λιγότερο από το 1/3 της δαπάνης αυτής ωφελεί τους φτωχούς. Για το λόγο αυτό, ενώ ποσοτικά η δαπάνη αυτή επαρκεί να καλύψει το 55% του βάθους φτώχειας και θα μπορούσε υπό προϋποθέσεις να μειώσει σημαντικά τόσο τον αριθμό των φτωχών όσο και το ποσοστό της φτώχειας, το πρότυπο άσκησης των αντίστοιχων πολιτικών τελικά καλύπτει το χάσμα φτώχειας μόνο κατά 17,4%.
Η αδυναμία αυτή των κοινωνικών δαπανών οφείλεται σε μια σειρά από παράγοντες, οι βασικότεροι των οποίων είναι:
1. Στο γεγονός ότι το κοινωνικό κράτος στην Ελλάδα δίνει μεγαλύτερη έμφαση στα ανταποδοτικά επιδόματα κοινωνικής ασφάλισης παρά στους μη ασφαλίσιμους κοινωνικούς κινδύνους, όπως είναι η φτώχεια και η μακροχρόνια ανεργία.
2. Στον κατακερματισμό και την ελλιπή στόχευση των παρεμβάσεων της κοινωνικής πολιτικής. 
3. Στο γεγονός ότι οι υπηρεσίες κοινωνικής φροντίδας δεν είναι αρκετά ανεπτυγμένες στη χώρα μας, παρά τη σχετική βελτίωσή τους τα τελευταία χρόνια.
 
Κυρίες και κύριοι συνάδελφοι,
Από τα ανωτέρω συνάγεται ότι απαιτείται στοχοθέτηση και αυστηρότερος έλεγχος της αποτελεσματικότητας των εφαρμοζόμενων πολιτικών κοινωνικής προστασίας.
Στην κατεύθυνση αυτή, μέσω του προτεινόμενου σχεδίου νόμου επιχειρείται μετάβαση από τις γενικές κοινωνικές δαπάνες σε δαπάνες στοχευμένες στα φτωχά και πολύ φτωχά νοικοκυριά.
Συγκεκριμένα, ιδρύεται Ταμείο με την επωνυμία Εθνικό Ταμείο Κοινωνικής Συνοχής, υπό την εποπτεία του Υπουργείου Οικονομίας και Οικονομικών, το οποίο θα χρηματοδοτεί ολοκληρωμένα προγράμματα που θα παρέχουν στοχευμένη ετήσια εισοδηματική ενίσχυση σε κατηγορίες δικαιούχων βάσει συγκεκριμένων αντικειμενικών κριτηρίων.
Στόχος των δράσεων που χρηματοδοτεί το Ταμείο είναι η μείωση του ποσοστού της φτώχειας στο επίπεδο του 15% μέσα στην επόμενη 5ετία.
Στο πλαίσιο αυτό, το Ταμείο θα χρηματοδοτηθεί τα επόμενα χρόνια σταδιακά, με ποσά που θα φθάσουν ετησίως τα €2 δις., ώστε να υπάρχει η δυνατότητα ενίσχυσης με €1.000 ανά φτωχό πολίτη κατ’ έτος.
Το ποσό αυτό αφορά μέσον όρο, που σημαίνει ότι το ποσό που θα καταβάλλεται κάθε φορά στους δικαιούχους θα διαμορφώνεται με βάση κοινωνικά κριτήρια, όπως αν πρόκειται για μονογονεϊκές οικογένειες, άνεργους ή χαμηλοσυνταξιούχους.
Παράλληλα, γίνεται πράξη η δέσμευση της κυβέρνησης για τη χορήγηση του πολυτεκνικού επιδόματος και στις τρίτεκνες οικογένειες.
Η χορήγηση του επιδόματος, χωρίς να μετατρέπεται σε ισόβια σύνταξη, πραγματοποιείται με τους ίδιους όρους και προϋποθέσεις, όπως ισχύουν για τις πολύτεκνες οικογένειες.
Παράλληλα, προβλέπεται και επεκτείνεται η αναγνώριση της πολυτεκνικής ιδιότητας και η χορήγηση του επιδόματος και στους ομογενείς αλλοδαπούς, τους αναγνωρισμένους πολιτικούς πρόσφυγες, τους ανιθαγενείς, και τους δικαιούχους ανθρωπιστικού καθεστώτος που διαμένουν μόνιμα στην Ελλάδα.
 
Κυρίες και κύριοι συνάδελφοι,
Η σύσταση του Εθνικού Ταμείου Κοινωνικής Συνοχής αποτελεί ένα σημαντικό, ένα ουσιαστικό μέτρο για τον περιορισμό της φτώχειας.
Στοχεύει στην κάλυψη των κενών του παραδοσιακού συστήματος κοινωνικής πρόνοιας.
Αποτελεί μια πρώτη παρέμβαση εισοδηματικής ενίσχυσης ατόμου ή νοικοκυριού με αποκλειστικό κριτήριο το εθνικό όριο της φτώχειας.
Ενδυναμώνει το κοινωνικό δίχτυ ασφάλειας (society safety net) και συμβάλλει στην αντιμετώπιση της ακραίας φτώχειας.
Η αξία της νομοθετικής πρωτοβουλίας της Κυβέρνησης αναγνωρίζεται και από τους πολίτες σε έρευνα για τη φτώχεια που πραγματοποίησε πρόσφατα η KappaResearch σε συνεργασία με το LondonSchoolofEconomics (Οκτώβριος 2007).
Δεν αρκούν όμως μόνο οι μηχανισμοί εισοδηματικής υποστήριξης για να αντιμετωπίσουν τη φτώχεια.
Ειδικά όταν αυτοί λειτουργούν με τέτοιο τρόπο ώστε, σε ορισμένες περιπτώσεις, να δημιουργούν «παγίδες χρόνιας φτώχειας» και μεγάλης «εξάρτησης».
Σε κάθε περίπτωση, και συμφωνώ απόλυτα με τη γνώμη της Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής (Ο.Κ.Ε.), οποιοσδήποτε σχεδιασμός αντιμετώπισης της φτώχειας, για να είναι αποτελεσματικός, οφείλει να έχει διπλή διάσταση:
  • κατασταλτική, δηλαδή λήψη μέτρων άμεσης ανακούφισης των φτωχών, και
  • προληπτική, δηλαδή εφαρμογή πολιτικών ελαχιστοποίησης των ανισοτήτων και της περιθωριοποίησης συγκεκριμένων κοινωνικών ομάδων.
Με βάση συνεπώς αυτή τη δεύτερη διάσταση, η συγκεκριμένη νομοθετική πρωτοβουλία της κυβέρνησης θα πρέπει να συνδεθεί και να συνδυασθεί με την αναπτυξιακή πολιτική, τις πολιτικές απασχόλησης, εκπαίδευσης και επαγγελματικής κατάρτισης, τις πολιτικές υγείας και τις περιφερειακές πολιτικές με στόχο:
  • την ενίσχυση της απασχόλησης,
  • την τόνωση της κοινωνικής κινητικότητας,
  • την πρόσβαση όλων των δικαιούχων στους πόρους, στα δικαιώματα, στα αγαθά και στις υπηρεσίες, και την αναδιανομή του εισοδήματος και του πλούτου μακροχρονίως.
Κυρίες και κύριοι συνάδελφοι,
Η κυβέρνηση, με τη στρατηγική και το μίγμα των πολιτικών της, κινείται στην ορθή κατεύθυνση διαμόρφωσης μιας σύνθετης, σφαιρικής και ολοκληρωμένης παρέμβασης κατά της φτώχειας που εδράζεται στο τρίπτυχο ανάπτυξη, απασχόληση, κοινωνική συνοχή.
Τα μέχρι σήμερα αποτελέσματα των δράσεών της είναι γνωστά. Είναι μετρήσιμα.
  • Ο ρυθμός μεγέθυνσης της οικονομίας είναι σταθερά υψηλός.
  • Η ανεργία μειώνεται.
  • Το κοινωνικό μέρισμα αρχίζει να διανέμεται.
Το παρόν νομοσχέδιο αποτελεί βασικό πυλώνα αυτής της δράσης με απώτερο στόχο τη δημιουργία ενός σύγχρονο κράτος δικαίου, ενός κράτους κοινωνικής ευημερίας και συνοχής.
Για το λόγο αυτό και προτείνω την υπερψήφισή του.
Σας ευχαριστώ θερμά για την προσοχή σας.

[1] Σύμφωνα με μελέτη των κ.κ. Ματσαγκάνη, Παπαδόπουλου και Τσακλόγλου (“Eliminating extreme poverty in Greece”, 2001) το 5,4% του πληθυσμού της χώρας ζει κάτω από τα όρια της ακραίας φτώχειας.