Ναυτεμπορική: Η καινούργια οδηγία της MiFID και οι συνέπειές της

Ναυτεμπορική: Η καινούργια οδηγία της MiFID και οι συνέπειές της

Με την υιοθέτηση της Οδηγίας 2004/39/ΕΚ, ή αλλιώς ευρέως γνωστή ως MiFID (Market in Financial Instruments Directive), για τις αγορές χρηματοπιστωτικών μέσων υλοποιήθηκε μια από τις θεμελιώδεις προτεραιότητες του Σχεδίου Δράσης για την ενοποίηση των χρηματοοικονομικών αγορών που εκπονήθηκε από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή το 1999 («Financial Services Action Plan – FSAP»).
Η συγκεκριμένη Οδηγία θα αντικαταστήσει εξ ολοκλήρου το υφιστάμενο θεσμικό πλαίσιο της Οδηγίας περί επενδυτικών υπηρεσιών (Investment Services Directive, ISD, 93/22/ΕΟΚ) και εντάσσεται σε ένα ευρύτερο νομοθετικό πλαίσιο που έχει προωθήσει η Ευρωπαϊκή Ένωση για τη δημιουργία μιας πανευρωπαϊκής, ενοποιημένης αγοράς επενδυτικών υπηρεσιών.
Η MiFID ενσωματώθηκε στην ελληνική έννομη τάξη με το Ν. 3606/2007 και έχει τεθεί σε ισχύ από την 01.11.2007. Την προηγούμενη εβδομάδα η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς εξέδωσε 9 κανονιστικές πράξεις (Αποφάσεις) οι οποίες αποσκοπούν στην ενσωμάτωση των εκτελεστικών μέτρων της Οδηγίας 2006/73/ΕΚ, η οποία και εξειδικεύει της διατάξεις της ΜiFID, ενώ υπενθυμίζεται ότι τα συνοδευτικά εκτελεστικά μέτρα του Κανονισμού (ΕΚ) 1287/2006 είναι σε πλήρη ισχύ και στην Ελλάδα δίχως να χρειάζεται πράξη εθνικής ενσωμάτωσης.
Στόχοι του νέου ρυθμιστικού πλαισίου (MiFID) είναι:
  • Η υψηλή προστασία των επενδυτών καθώς ομογενοποιείται σε ευρωπαϊκό επίπεδο η προστασία τους, ενώ παράλληλα προωθείται περαιτέρω η προ- και μετα-συναλλακτική διαφάνεια. Επίσης θεσπίζονται νέοι κανόνες συμπεριφοράς που οι ΕΠΕΥ (και τα πιστωτικά ιδρύματα) οφείλουν να τηρούν κατά την παροχή επενδυτικών υπηρεσιών προς τους πελάτες τους. Όλως ενδεικτικά, οι ΕΠΕΥ οφείλουν να πληροφορούν τους πελάτες τους κατά τρόπο ακριβή και σαφή για τις παρεχόμενες υπηρεσίες, να συλλέγουν όλες τις απαραίτητες πληροφορίες προκειμένου να είναι σε θέση να εκτιμήσουν την καταλληλότητα και συμβατότητα των παρεχόμενων υπηρεσιών ανάλογα με το επενδυτικό προφίλ του κάθε πελάτη, και να εξασφαλίζουν την έγκαιρη, δίκαιη και ταχεία εκτέλεση των εντολών των πελατών.

  • Η βελτίωση της διαφάνειας σε επίπεδο τιμολόγησης, ενίσχυση της αξιοπιστίας των χρηματοοικονομικών μεσολαβητών, καθώς και  η εν γένει αύξηση της αποτελεσματικότητας των Ευρωπαϊκών χρηματοπιστωτικών αγορών.

  • Η ενίσχυση του ανταγωνισμού και η ελευθερία στους χρηµατοοικονοµικούς διαµεσολαβητές στην παροχή υπηρεσιών σε όλα τα κράτη–µέλη σε διασυνοριακό επίπεδο, είτε μέσω της δημιουργίας υποκαταστήματος είτε απευθείας, δίχως εγκατάσταση.

  • Η κατάργηση του κανόνα της συγκέντρωσης των συναλλαγών στο χρηματιστήριο (concentration rule), η αναγνώριση της δυνατότητας των ΕΠΕΥ, τραπεζών και διαχειριστών της αγοράς να ενεργούν υπό συγκεκριμένες προϋποθέσεις ως μικρά χρηματιστήρια («Πολυμερείς Μηχανισμοί Διαπραγμάτευσης» ονομάζονται από την MiFID) και η συνεπακόλουθη ενίσχυση του ανταγωνισμού μεταξύ εναλλακτικών τόπων διαπραγμάτευσης.

Οι αλλαγές που επιφέρει η MiFID στην παροχή επενδυτικών υπηρεσιών είναι πολλές. Από τη μια πλευρά, το νέο θεσμικό πλαίσιο αναμφισβήτητα αυξάνει τον ανταγωνισμό στον τομέα των επενδυτικών υπηρεσιών, ενισχύει την διαφάνεια και προωθεί καίρια το όραμα της ενοποίησης των κεφαλαιαγορών, γεγονός με ευεργετικές συνέπειες τόσο για την λειτουργία των διαμεσολαβητών επενδυτικών υπηρεσιών όσο και για τους επενδυτές. Ειδικότερα, η ενοποίηση των αγορών αναμένεται να μειώσει το κόστος κεφαλαίου και συναλλαγών, να ενισχύσει την ρευστότητα, να διευρύνει το φάσμα των διαθέσιμων επενδυτικών επιλογών, και, εν τέλει, να βελτιώσει την παραγωγικότητα και ανάπτυξη των οικονομιών. Παράλληλα, το νέο ρυθμιστικό πλαίσιο κρύβει ευκαιρίες για εξάπλωση και ανάπτυξη των χρηματοοικονομικών προϊόντων τους. Όμως, η Οδηγία απαιτεί εκτεταµένες δεσµεύσεις από τις χρηματοπιστωτικές εταιρείες αναφορικά με τις λειτουργικές, τεχνολογικές και ρυθμιστικές υπηρεσίες τους, ενώ δεν θα πρέπει να υποτιμάται και το αυξημένο κόστος εποπτείας του νέου θεσμικού πλαισίου.
Είναι προφανές, ότι το χρηματοοικονομικό τοπίο με την εφαρμογή της Οδηγίας 2004/39/ΕΚ γίνεται πολύ πιο σύνθετο, τα εθνικά σύνορα παροχής επενδυτικών υπηρεσιών καταλύονται και ανταγωνισμός εντείνεται. Είναι γεγονός πως από τα κράτη μέλη, μόνο η Μεγάλη Βρετανία είναι απόλυτα εναρμονισμένη, με την MiFID. Παρόλο που η Ελλάδα είναι σε καλύτερο επίπεδο εναρμόνισης, σύμφωνα με τους Financial Times, από άλλα κράτη μέλη όπως η Ισπανία, η Πορτογαλία, η Τσεχία, η Πολωνία και η Ουγγαρία, πρέπει να επιταχύνουμε τους βηματισμούς μας ώστε να είμαστε ανταγωνιστικοί και έτοιμοι να ανταποκριθούμε έγκαιρα σε αυτή τη πρόκληση που αλλάζει το τοπίο των χρηματοπιστωτικών αγορών ακόμα περισσότερο ίσως και από την υιοθέτηση του Ευρώ. Όμως, όπως εύστοχα έχει επισημάνει και ο Sir Nigel Wicks, μέλος της Επιτροπής Σοφών: «Οι αγορές είναι φτιαγμένες από κανόνες· αλλά οι κανόνες μπορεί να σκοτώσουν τις αγορές· συνεπώς, αποτελεσματικές αγορές απαιτούν αποτελεσματικούς κανόνες». Επομένως, η πορεία προς την επίτευξη μιας ενιαίας αγοράς χρηματοοικονομικών υπηρεσιών δεν συνιστά κυρίως «αγώνα ταχύτητας», αλλά πρωτίστως «αγώνα ποιότητας» και αυτό είναι ευθύνη και δέσμευση όλων: της Ελληνικής κυβέρνησης, των ίδιων των οργάνων της Κοινότητας, του κάθε Κράτους-Μέλους αλλά και των εμπλεκόμενων φορέων.