Economist (Ελληνική έκδοση): Μπορεί η Αθήνα να αποτελέσει ένα διεθνές χρηματοοικονομικό κέντρο;

Economist (Ελληνική έκδοση): Μπορεί η Αθήνα να αποτελέσει ένα διεθνές χρηματοοικονομικό κέντρο;

Τις τελευταίες δύο δεκαετίες σημειώθηκαν ραγδαίες αλλαγές στην παγκόσμια οικονομία προς την κατεύθυνση του εκσυγχρονισμού, της απελευθέρωσης και της διεθνοποίησης του χρηματοοικονομικού συστήματος. 
Η θεσμική απελευθέρωση του συστήματος, η μεταβολή του πλαισίου κανόνων και εποπτείας των χρηματοπιστωτικών οργανισμών, η ταχεία τεχνολογική πρόοδος στους τομείς των επικοινωνιών και της πληροφορικής, η αυξανόμενη ενοποίηση των αγορών χρήματος και κεφαλαίου, η διεθνοποίηση των οικονομικών συναλλαγών, η μαζική έκδοση σειράς χρηματοπιστωτικών εργαλείων στις αγορές παραγώγων, η τιτλοποίηση απαιτήσεων και η εμφάνιση θεσμικών επενδυτών με επιθετικές διαθέσεις και απαιτήσεις υψηλών αποδόσεων (όπως είναι τα hedgefunds και τα privateequityfunds) έχουν μεταμορφώσει το χρηματοοικονομικό σύστημα και έχουν ενισχύσει τη ρευστότητα και τη ροή κεφαλαίων διεθνώς. 
Ωστόσο, σημαντικός όγκος χρηματοοικονομικών πόρων και συναλλαγών και μεγάλο εύρος χρηματοοικονομικών προϊόντων και υπηρεσιών συγκεντρώνονται και διακινούνται σε ένα μικρό αριθμό πόλεων, τα γνωστά και ως διεθνή χρηματοοικονομικά κέντρα (internationalfinancialcenters). Έτσι, πολλοί ισχυρίζονται ότι τελικά είναι αυτές οι πόλεις, και όχι οι χώρες, που κινούν την παγκόσμια οικονομία.
Αυτά τα χρηματοοικονομικά κέντρα μπορεί να είναι:
  • Παγκόσμια (global), όπου έχουν παρουσία όλοι οι μεγάλοι χρηματοοικονομικοί οργανισμοί, οι οποίοι και παρέχουν ένα πλήρες φάσμα προϊόντων και υπηρεσιών (onestopshops) [Λονδίνο και Νέα Υόρκη].
  • Διεθνή (international), όπου πραγματοποιείται σημαντικός όγκος διασυνοριακών συναλλαγών [π.χ. Τόκιο, Χόνγκ-Κόνγκ κ.α.].
  • Εξειδικευμένα (niche), όπου συσσωρεύεται η διακίνηση συγκεκριμένων χρηματοοικονομικών προϊόντων και υπηρεσιών [π.χ. η Ζυρίχη στην τραπεζική μεγάλων πελατών και στη διαχείριση περιουσίας, το Σικάγο στη διαπραγμάτευση παραγώγων κ.α.].
  • Εθνικά (national), όπου λειτουργούν ως κέντρα μεγάλων εθνικών αγορών [π.χ. Σίδνεϋ, Τορόντο κ.α.].
  • Περιφερειακά (regional), όπου αποτελούν πύλες πρόσβασης στις αναπτυσσόμενες αγορές [π.χ. Σιγκαπούρη, Ντουμπάϊ κ.α.].
 
Προϋποθέσεις δημιουργίας χρηματοοικονομικού κέντρου
Εμπειρικές μελέτες και αναλύσεις καταγράφουν και συγκλίνουν στους παράγοντες που ενισχύουν την προσέλκυση διεθνών επενδυτικών κεφαλαίων και επιδρούν στη δημιουργία ενός διεθνούς χρηματοοικονομικού κέντρου [π.χ. Kaufman (2000), Sassen (2004), City of London (2007)].[1] Κωδικοποιημένα, αυτοί είναι:
  • Η οικονομική και πολιτική σταθερότητα της χώρας υποδοχής.
  • Η λειτουργία των κανόνων της ανοικτής οικονομίας.
  • Η ύπαρξη (ή και προσέλκυση) ικανού και έμπειρου ανθρώπινου δυναμικού με υψηλές δεξιότητες και εξειδίκευση.
  • Η ευελιξία στην αγορά εργασίας.
  • Το χαμηλό κόστος συναλλαγών και υπηρεσιών με την ύπαρξη ενός αποτελεσματικού, ελκυστικού, και διαφανούς ρυθμιστικού πλαισίου. Οι επενδυτές αναζητούν ευνοϊκές κανονιστικές ρυθμίσεις προκειμένου να αναπτύξουν τις δραστηριότητές τους (“regulatory arbitrage”).[2]  
  • Η υιοθέτηση και εφαρμογή διεθνώς αναγνωρισμένων λογιστικών προτύπων και πρακτικών εταιρικής διακυβέρνησης.
  • Η διαμόρφωση ενός ελκυστικού φορολογικού περιβάλλοντος που θα χαρακτηρίζεται από απλότητα, σταθερότητα, διαφάνεια και χαμηλούς φορολογικούς συντελεστές.
  • Η ύπαρξη ρευστότητας και βάθους στις εγχώριες αγορές χρήματος και κεφαλαίου.
  • Η παρουσία μεγάλων και ισχυρών τραπεζικών ομίλων, ακόμη και στα αγοροκεντρικά (marketbased) χρηματοοικονομικά συστήματα. 
  • Η επάρκεια των δικτύων μεταφορών και επικοινωνιών (πληροφορική, τηλεπικοινωνίες, και ευρυζωνικά δίκτυα) και η προσβασιμότητα των επενδυτών σε κτιριακές εγκαταστάσεις.
  • Η ύπαρξη ενός αποτελεσματικού, σύγχρονου και δίκαιου κράτους, εγγυητή των κανόνων ελέγχου και προστασίας του ανταγωνισμού.
  • Η κουλτούρα της χώρας υποδοχής και η ελκυστική ποιότητα ζωής της πόλης.  
  • Η ευρεία γνώση και χρήση μιας διεθνώς αναγνωρισμένης γλώσσας, όπως είναι κατά βάση η Αγγλική.
  • Η γεωγραφική τοποθεσία της πόλης και της αντίστοιχης χώρας
 
Μπορεί η Αθήνα να καταστεί χρηματοοικονομικό κέντρο;
Με βάση αυτές τις προϋποθέσεις η Αθήνα διαθέτει αρκετά και σημαντικά χαρακτηριστικά προκειμένου να καταστεί ένα αξιόπιστο χρηματοοικονομικό κέντρο. Πρόσφατη μελέτη του City of London (Μάρτιος 2007) περιλαμβάνει την Αθήνα μεταξύ των σημαντικότερων χρηματοοικονομικών κέντρων, στην τελευταία βέβαια θέση μεταξύ των πόλεων που συγκαταλέγονται στην έρευνα (46η θέση).
Η Αθήνα διαθέτει:
  • Πολιτική σταθερότητα, με συμμετοχή της χώρας σε όλους τους μεγάλους διεθνείς οικονομικούς, πολιτικούς και αμυντικούς οργανισμούς.
  • Υψηλούς ρυθμούς οικονομικής ανάπτυξης.
  • Κεφαλαιαγορά με σημαντική παρουσία ξένων επενδυτών (συμμετέχουν με ποσοστό 52,7% στο σύνολο των εισηγμένων μετοχών στο Χρηματιστήριο Αξιών Αθηνών – Οκτώβριος 2007).
  • Ισχυρό πιστωτικό σύστημα με τη συμμετοχή μεγάλων ξένων τραπεζικών ομίλων στην εγχώρια αγορά και τη δημιουργία ενός δικτύου από θυγατρικές και καταστήματα ελληνικών τραπεζών στις χώρες της Νοτιοανατολικής Ευρώπης.
  • Στρατηγική γεωγραφική θέση, πύλη εισόδου στις αγορές της Μεσογείου, της Βόρειας Αφρικής, των Βαλκανίων και του Αραβικού κόσμου.
  • Τεχνογνωσία και καλές υποδομές, τις οποίες και βελτιώνει διαρκώς.
  • Βελτιωμένο πλαίσιο κανονιστικών ρυθμίσεων, απόρροια και της υιοθέτησης κοινοτικών οδηγιών στην κατεύθυνση δημιουργίας μιας πανευρωπαϊκής, ενοποιημένης αγοράς επενδυτικών υπηρεσιών σε διασυνοριακό επίπεδο (με πιο πρόσφατη την Οδηγία MiFID [Market in Financial Instruments Directive] για τις αγορές χρηματοπιστωτικών μέσων).   
 
Η Αθήνα συνεπώς μπορεί να αναδειχθεί σε σημαντικό περιφερειακό χρηματοοικονομικό κέντρο της Νοτιοανατολικής Ευρώπης. Οι δυσκολίες όμως είναι σημαντικές.
  • Η Αθήνα είναι σχετικά απομονωμένη γεωγραφικά από τις αγορές των χωρών που αποτελούν τον κεντρικό πυρήνα της Ευρωπαϊκής Ένωσης (Λονδίνο, Ζυρίχη, Φρανκφούρτη, Παρίσι, Γενεύη, Άμστερνταμ, Μιλάνο, Βρυξέλλες, Βαρσοβία, Πράγα).
  • Η χώρα διαθέτει μια μικρή οικονομία, στοιχείο που αποτελεί σημαντικό ανασταλτικό παράγοντα στην προσέλκυση επενδύσεων «οριζόντιας ολοκλήρωσης», καθώς το πλεονέκτημα της εγγύτητας της αγοράς υπερ-αντισταθμίζεται από το γεγονός ότι μικρές παραγωγικές μονάδες δεν έχουν τη δυνατότητα να εκμεταλλευτούν οικονομίας κλίμακας (Τράπεζα της Ελλάδος, Νομισματική Πολιτική, Ενδιάμεση Έκθεση 2006).
  • Η Αθήνα δεν μπορεί να προσελκύσει επενδύσεις που στοχεύουν στη χρήση φθηνού εργατικού δυναμικού ή στη χαμηλή φορολογική επιβάρυνση.
 
Για να γίνει συνεπώς η Αθήνα ένα ουσιαστικό περιφερειακό χρηματοοικονομικό κέντρο της Νοτιοανατολικής Ευρώπης απαιτείται ένταση των προσπαθειών. Χρειάζεται να κάνουμε και άλλα, πολλά, σταθερά, αποφασιστικά, υπεύθυνα βήματα προόδου. Απαιτείται:
  • Η βελτίωση του επιχειρηματικού περιβάλλοντος. Σύμφωνα με την τελευταία έκθεση της Παγκόσμιας Τράπεζας και τον Παγκόσμιο Δείκτη Οικονομικής Ελευθερίας, η Ελλάδα, παρά τη βελτίωση του μακροοικονομικού της περιβάλλοντος, βαθμολογείται με πολύ χαμηλές επιδόσεις στο σκέλος της διαμόρφωσης των κατάλληλων επιχειρηματικών συνθηκών που θα προσελκύουν ολοένα και περισσότερες επενδύσεις, από το εσωτερικό και το εξωτερικό.
  • Η επιτάχυνση και ολοκλήρωση των διαδικασιών της απελευθέρωσης των αγορών και η πραγματοποίηση διαρθρωτικών αλλαγών και μεταρρυθμίσεων.
  • Η δημιουργία ενός απλούστερου, πιο διαφανούς και πιο φιλικού κανονιστικού και διοικητικού πλαισίου, απαλλαγμένο από γραφειοκρατικά εμπόδια και φαινόμενα διαφθοράς.
  • Η μετάβαση σ’ ένα κράτος αυξημένων δυνατοτήτων, ένα κράτος αρωγό και όχι χειραγωγό της ιδιωτικής πρωτοβουλίας.
  • Η ταχύτερη και πληρέστερη ενσωμάτωση κοινοτικών οδηγιών και κανόνων περί εσωτερικής αγοράς στην ελληνική νομοθεσία (σύμφωνα με την Ευρωπαϊκή Επιτροπή παρατηρείται σχετικό έλλειμμα στη χώρα μας).
  • Η ενδυνάμωση της σύνδεσης και δικτύωσης της ελληνικής κεφαλαιαγοράς με ώριμες του εξωτερικού για την ενίσχυση του επενδυτικού ενδιαφέροντος και την προσέλκυση μέρους της ρευστότητας της αγοράς.   
Με αυτές τις πρωτοβουλίες, πολλές από τις οποίες έχουν ήδη δρομολογηθεί από την Ελληνική κυβέρνηση, θα μπορέσει η Αθήνα να καταστεί μια σημαντική περιφερειακή δύναμη, κατέχοντας ρόλο πρωταγωνιστή των διεργασιών και των εξελίξεων στην περιοχή της Νοτιοανατολικής Ευρώπης, γεγονός που θα είναι προς όφελος της ελληνικής οικονομίας.  
 


[1] City of London, 2007, The global financial centres index, Economic Research; Kaufman, G., 2000, Emerging economies and international financial centers, Federal Reserve Bank of Chicago; Sassen, S., 2004, Global financial centres after 9/11, Wharton Real Estate Review, Working Paper 474.
[2] Ενδεικτικά, αναφέρεται μελέτη του ΟΗΕ (2006) για τις ξένες άμεσες επενδύσεις, σύμφωνα με την οποία, μόνο σε ένα έτος, καταγράφηκαν 244 νομοθετικές ρυθμίσεις εκ των οποίων οι 220 κινούνταν προς την κατεύθυνση της παροχής μεγαλύτερης ελευθερίας στην κίνηση των ξένων κεφαλαίων.