Αγορά Ιδεών: Τα οικονομικά της ευτυχίας – Εμπειρικές μελέτες και επιλογές οικονομικής...

Αγορά Ιδεών: Τα οικονομικά της ευτυχίας – Εμπειρικές μελέτες και επιλογές οικονομικής πολιτικής

Η οικονομική μεγέθυνση (economic growth) ορίζεται ως η συνεχής αύξηση, κατά τη διάρκεια μιας μακράς χρονικής περιόδου, του συνολικού ή κατά κεφαλήν προϊόντος της οικονομίας. Η οικονομική μεγέθυνση, ενώ είναι αναγκαία συνθήκη για τη βελτίωση της ευημερίας των πολιτών, δεν είναι και ικανή συνθήκη για τη συμμετοχή όλων στην παραγωγική διαδικασία (απασχόληση, κοινωνική συνοχή), για τη διανομή (αμοιβές) και τις ωφέλειες (κοινωνικό όφελος). Ηδη από το 1982 ο Ξενοφών Ζολώτας, στο σύγγραμμά του, με τον εύγλωττο τίτλο «Οικονομική μεγέθυνση και φθίνουσα κοινωνική ευημερία» (έκδοση Τράπεζας της Ελλάδος), επεσήμανε τις αδυναμίες και τους κινδύνους από τη μονοδιάστατη ποσοτική θεώρηση του οικονομικού φαινομένου και τόνισε ότι οι αριθμοί μπορεί κάλλιστα να ευημερούν αλλά η ευημερία της κοινωνίας να φθίνει, παραπλανώντας έτσι κυβερνήσεις και πολίτες για το τι πράγματι συμβαίνει στην οικονομία και στις ζωές των ανθρώπων [σε αντίστοιχα συμπεράσματα καταλήγει πρόσφατη μελέτη που συνέταξε ο Οργανισμός Οικονομικής Συνεργασίας και Ανάπτυξης (ΟΟΣΑ)].

Αυτή η διαπίστωση οδήγησε αρκετούς οικονομολόγους (με πρωτεργάτη τον Easterlin το 1974) στην αναζήτηση των συντελεστών που προσδιορίζουν την ευτυχία πολιτών και κοινωνίας, των παραγόντων, δηλαδή, που μεγιστοποιούν την ικανοποίηση του ανθρώπου από τη ζωή του, όπως αυτή εκτιμάται από το ίδιο το άτομο. Στην αναζήτηση, μέτρηση και ερμηνεία της στατιστικής σημαντικότητας των παραμέτρων, σημαντικός καθίσταται ο ρόλος και άλλων επιστημονικών περιοχών, όπως της Κοινωνιολογίας, της Βιολογίας, της Νευρολογίας και της Ψυχολογίας.

Η μεθοδολογία που ακολουθείται στα οικονομικά της ευτυχίας (economics of happiness) στηρίζεται στη διεξαγωγή ερευνών (χρονολογικών σειρών) σε μεγάλα δείγματα πολιτών που ζουν και δραστηριοποιούνται, σε διαφορετικές γεωγραφικές περιοχές. Με τη χρήση στατιστικών και οικονομετρικών τεχνικών αναζητείται η ερμηνεία της ευτυχίας (ικανοποίησης – ευημερίας) των πολιτών λαμβάνοντας υπ’ όψιν, εκτός του διαθέσιμου εισοδήματος του ατόμου, και μιας σειράς άλλων παραμέτρων, όπως είναι η ηλικία, η οικογενειακή και επαγγελματική κατάσταση, το μακροοικονομικό και ευρύτερο πολιτικό περιβάλλον κ.ά.

Αυτή η νέα πτυχή της οικονομικής θεωρίας έχει συγκεντρώσει το ενδιαφέρον μεγάλου αριθμού οικονομολόγων όπως καταδεικνύεται και από το πλήθος των πρόσφατων δημοσιεύσεων σε αυτή την ερευνητική περιοχή (από το 2000 μέχρι σήμερα έχουν γραφεί 157 μελέτες και βιβλία). Το σημαντικό στοιχείο αυτών των μελετών είναι ότι παρά τα μειονεκτήματα που η συγκεκριμένη μεθοδολογία μπορεί να έχει (ορισμός, τεχνική και μέθοδος μέτρησης της ευτυχίας, δομή, περιεχόμενο και ποιότητα των ερευνών, αδυναμία μέτρησης ιδιοσυγκρατικών χαρακτηριστικών του ατόμου, ερμηνεία της αιτιώδης συνάφειας κ.ά.), τα αποτελέσματα παρουσιάζουν εξαιρετική σταθερότητα ανεξάρτητα από τη χώρα, την περίοδο και το δείγμα που εφαρμόζεται και τον τρόπο της έρευνας που ακολουθείται.

Συνοπτικά, τα βασικά συμπεράσματα αυτών των ερευνητικών προσπαθειών είναι τα ακόλουθα:

  • Παρατηρείται μία θετική συσχέτιση μεταξύ πλούτου (κατά κεφαλήν εισοδήματος) και ευτυχίας (ικανοποίηση από τη ζωή) των πολιτών που ζουν και δραστηριοποιούνται σε μία κοινωνία.

  • Η οικονομική μεγέθυνση είναι βασικός συντελεστής της ανθρώπινης ευτυχίας, αλλά, διαχρονικά, η ενίσχυσή της δεν έχει συντελέσει στην αύξηση της ευτυχίας των πολιτών στις ανεπτυγμένες κοινωνίες. Μία ερμηνεία του φαινομένου (το οποίο στη βιβλιογραφία καλείται και παράδοξο του Easterlin) βασίζεται στο γεγονός ότι όσο αυξάνουν τα διαθέσιμα εισοδήματα, πάνω από ένα ελάχιστο ύψος που απαιτείται για να ικανοποιηθούν οι βασικές ανάγκες των πολιτών (αυτό σύμφωνα με τις τελευταίες μελέτες ανέρχεται στα 30.000 δολάρια), τόσο ενισχύονται οι φιλοδοξίες, οι επιθυμίες και οι προσδοκίες των ανθρώπων, με αποτέλεσμα τα άτομα να μην είναι ικανοποιημένα με το επίπεδο των εισοδημάτων τους και να ενδιαφέρονται για το επίπεδο των εισοδημάτων έναντι των συμπολιτών τους. Αντίθετα, στις αναπτυσσόμενες και τις φτωχές κοινωνίες η τόνωση των εισοδημάτων διαδραματίζει σημαίνοντα ρόλο στην ενίσχυση της ευτυχίας των πολιτών, καθώς, με αυτό τον τρόπο, εξασφαλίζεται η αγορά αγαθών και υπηρεσιών μείζονος σημασίας για την ίδια τη διαβίωση των ατόμων.

  • Οι πολιτικές (η δυνατότητα των πολιτών να συμμετέχουν σε δημοκρατικές διαδικασίες), οικονομικές (η δυνατότητα των ατόμων να συμμετάσχουν στην ελεύθερη διακίνηση αγαθών και υπηρεσιών) και κοινωνικές (η δυνατότητα των ανθρώπων να υιοθετούν τις δικές τους επιλογές στην προσωπική τους ζωή) ελευθερίες ενισχύουν την ευτυχία των πολιτών.

  • Ο άνθρωπος είναι πιο ευτυχισμένος όσο μεγαλώνει (και φυσικά σε πολύ μικρή ηλικία). Αυτό μπορεί να οφείλεται στο ότι τα άτομα διδάσκονται από τις αδυναμίες τους, προσαρμόζουν καλύτερα τις προτεραιότητες στη ζωή τους και καταπνίγουν τις απραγματοποίητες φιλοδοξίες τους, ενώ, όσο περνάνε τα χρόνια, τα δυσάρεστα γεγονότα που συμβαίνουν στον οικογενειακό και κοινωνικό περίγυρο κάνει τους ανθρώπους να νιώθουν ευτυχέστεροι που είναι υγιείς.

  • Η ανεργία κάνει τους ανθρώπους πιο δυστυχείς. Αυτό αφορά όχι μόνο στα άτομα που βιώνουν την ανεργία, αλλά και εργαζόμενους ανθρώπους που ζουν σε κοινωνία με υψηλά ποσοστά ανεργίας. Αυτοί οι πολίτες μπορεί να αισθάνονται άσχημα για τους συνανθρώπους τους, να αναρωτιούνται για το δικό τους επαγγελματικό μέλλον ή να φοβούνται για τις επιπτώσεις της ανεργίας στην οικονομία και κοινωνία (κοινωνικές εντάσεις και πιθανή αύξηση της εγκληματικότητας).

  • Οι οικονομικές και κοινωνικές ανισότητες επηρεάζουν αρνητικά την ευτυχία των πολιτών, αν και αποδίδεται μικρότερη σημασία στις ανεπτυγμένες χώρες όπου μπορούν να εκληφθούν ως εφαλτήριο για βελτίωση της ζωής στο μέλλον. Στις αναπτυσσόμενες χώρες οι ανισότητες έχουν μόνιμα χαρακτηριστικά και επιδρούν αρνητικά στην ευτυχία των φτωχών και θετικά σε αυτή των πλουσίων.

  • Οι ρυθμίσεις στη φορολογία εισοδημάτων μπορούν να συμβάλλουν στην ενίσχυση της ευτυχίας. Η επιβολή υψηλής φορολογίας στα υψηλά εισοδήματα και οι ελαφρύνσεις στα χαμηλά συντελούν στην αναδιανομή του εισοδήματος, γεγονός που συνεργεί στη σημαντική αύξηση της ευτυχίας των φτωχών ατόμων με την ταυτόχρονη αμελητέα μείωση αυτής των πλουσίων.

Από τα βασικά, αλλά ενδεικτικά, πορίσματα των μελετών που καταγράφηκαν ανωτέρω, φαίνεται ότι η ευτυχία έχει άμεση σχέση τόσο με το διαθέσιμο κάθε φορά εύρος επιλογών για την πλειονότητα των πολιτών (άρα με βασικές πτυχές άσκησης της οικονομικής πολιτικής), όσο και με το «ευ ζην» (με τον τρόπο, δηλαδή, που η εφαρμογή αυτής της πολιτικής επηρεάζει την καθημερινότητα των πολιτών).

Ετσι, με βάση τα προηγούμενα συμπεράσματα, στις ανεπτυγμένες χώρες -μεταξύ των οποίων συγκαταλέγεται και η Ελλάδα-, όπου η αύξηση του κατά κεφαλήν εισοδήματος δεν φαίνεται από μόνη της να βελτιώνει την ευτυχία αυτών που διαθέτουν αυτό το εισόδημα, η οικονομική πολιτική πρέπει να επιδιώκει, εκτός της διατήρησης υψηλών ρυθμών βιώσιμης και ισόρροπης ανάπτυξης, την άμβλυνση των οικονομικών ανισοτήτων (ενίσχυση της κοινωνικής συνοχής) ώστε να αυξάνεται η ευτυχία των φτωχών χωρίς να μειώνεται αισθητά η ευτυχία των πλουσίων, την τόνωση της απασχόλησης και την ενίσχυση των δαπανών που βελτιώνουν την καθημερινότητα των πολιτών. Η ελληνική κυβέρνηση, με τη στρατηγική και το μείγμα των πολιτικών και δράσεών της φαίνεται να κερδίζει αυτό το στοίχημα.